Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Ανατολή φυγής Γ μέρος 2001-2010

Τρύφων και Ζαχαρίας

Τι κι αν δεν έχεις άμαξες ασημένιες; ο ήλιος ανατέλλει, δύει, η θάλασσα λικνίζεται, στους βράχους ρίχνεται, το πράσινο ο ορίζοντας απολαμβάνει. Σώματα! Σώματα! Αφές! Αφές να νοιώσεις, να αποκαλύψεις μορφασμούς στους οργασμούς της έλξης, κατόπιν λόγου παιγνιδιών που την αίσθηση φουντώνουν!

 Ποια σώματα μου αναφέρεις μωρέ Ζαχαρία; Τα πεθαμένα; Τα σώματα οι άνθρωποι τα έχουν για να δουλεύουν σαν είλωτες και να ικανοποιούν ψεύτικες επιθυμίες υλικές, όσο για τις αφές
και τους οργασμούς , από πολύ νωρίς παραιτούνται (εάν ποτέ τους ένοιωσαν), επιμένοντας, πως η ζωή προχωρεί με έναν σύντροφο ερωτικό, αν και οι ίδιοι ομολογούν, ότι παύουν να είναι ερωτευμένοι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά η αγάπη της ασφάλειας ή η ασφάλεια της αγάπης μένει, μαζί με την υπερβολικά δοσμένη σημασία της τεκνογονίας, που, υποκρινόμενοι, δίχως να νοιάζονται γι’ αυτούς που φέρνουν, θεωρούν υπέρτατο σκοπό, υποτιμώντας, αγνοώντας, και ουσιαστικά καταργώντας την μήτρα προέλευσή της. Κατηργήθη πάσα έννοια, παντού βρωμά εργασία και οικογένεια.  Αυτές είναι οι απολαύσεις τους.         

Εχεις δίκιο Τρύφωνα. Η μονογαμία σύντομα σε αποχή καταλήγει. Φαντάζεσαι της δυστυχίας τους το κενό; Το οποίο  αντιλαμβάνονται, αλλά δεν είναι σε θέση να καλύψουν, αφού το σώμα τους και η σαρκική διάθεση νεκρώνονται παιδιόθεν. Όποιος για εναλλαγή ερωτικών συντρόφων τους μιλήσει, στιγματίζεται ως ανήθικος, ανώμαλος, απομονώνεται. Η κοινωνία τοποθετεί την ηθική στο σώμα και την ερωτική συνεύρεση, για να την αποσύρει από εκεί όπου τίθεται  πραγματικό ηθικό ζήτημα, τον τρόπο του βιοπορίζεσθαι· αφήνοντας αχαλίνωτο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, να εκτρέπεται σε άπληστο κίνητρο εγκλήματος. Έτσι λοιπόν δια την κοινωνίαν, ανήθικο δεν θεωρείται να έχει κάποιος δέκα σπίτια, χιλιάδες στρέμματα, να αλλάζει κάθε τόσο αυτοκίνητα, να παίρνει εκατομμύρια πετώντας κόκκαλα στους άλλους, να βρωμίζει τον αέρα, τα νερά· ανήθικο θεωρείται, να χαίρεται κανείς τον έρωτα αλλάζοντας συντρόφους, και βέβαια, το λάβαρο της ηθικής αυτής σηκώνουν οι ιερείς , τα δεκανίκια της βίας, της αδικίας! Όμως, και οι διανοούμενοι πλην ελαχίστων, υπονομεύουν την εναλλαγή ερωτικών συντρόφων ως υποδεέστερη, ανάγοντας την ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες σε μέγιστη  ευχαρίστηση, υποκύπτοντας στο υπερτροφικό υπερεγώ, που, και αυτοί κουβαλούν, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα βιβλία κι αν διαβάσουν.

Τρύφων: Ζαχαρία, οι άνθρωποι έχουν χοντρό πρόβλημα με το σώμα τους, τις λειτουργίες του και την ερωτική πράξη! τόσο χοντρό, που, στα κολυμβητήρια που πηγαίνω, ντρέπονται να πλύνουν τα γεννητικά τους όργανα και τον πρωκτό τους, γιατί οι κινήσεις πλυσίματος ομοιάζουν με αυτές τις σεξουαλικής αυτοϊκανοποίησης, γι’ αυτό μπαίνουν άπλυτοι μέσα στις πισίνες, με ότι αυτό συνεπάγεται. Η γυμνότητα αντιμετωπίζεται ως αδίκημα ακόμη και στα αποδυτήρια. Οι γονείς που φέρνουν τα παιδιά τους στα κολυμβητήρια, τα  γδύνουν και τα ντύνουν, λόγω ελλείψεως αποδυτηρίων ανηλίκων, στον ίδιο χώρο με τους ενήλικους, κι αν τύχει να δουν κανέναν ενήλικο γυμνό στα αποδυτήρια, τσιρίζουν, τον προσβάλλουν με την γνωστή μομφή και άλλα υστερικά. Σε ένα ανοικτό  κολυμβητήριο των Αθηνών στο Γουδί, το 2002, όταν τελείωσα την  κολύμβηση και βγήκα έξω από την πισίνα, άρχισα να κάνω  διατάσεις για την μέση, και τότε εμφανίσθηκε ο υπεύθυνος ναυαγοσώστης, και μου είπε, ότι αυτό που κάνω απαγορεύεται, και  ότι σύμφωνα με τον κανονισμό, βγαίνοντας από το νερό της πισίνας δεν καθόμαστε καθόλου έξω, ούτε για να μας δει ο ήλιος, αλλά πάμε κατευθείαν στα αποδυτήρια. Στο ίδιο κολυμβητήριο επίσης, μετά από δώδεκα χρόνια περίπου, κάποια μέρα που ήμουν γυμνός στα αποδυτήρια ενηλίκων, και ετοιμαζόμουν να ντυθώ, ένας συναθλητής γύρω στα σαράντα πέντε με πενήντα, μου έκανε παρατήρηση, επειδή ήμουν γυμνός μπροστά σε εφήβους ( οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν πάει κάλλιστα στα αποδυτήρια ανηλίκων ). Και όταν τον ρώτησα, «τι κακό έχει το ανθρώπινο σώμα και η φύση που το εδημιούργησε», εκείνος μου απάντησε, πως αυτά τα λένε οι ομοφυλόφιλοι. Καμάρωσε επίπεδο! Ορθόδοξο Ισλάμ!  Σε ένα άλλο κολυμβητήριο εκτός Αθηνών, όταν βγήκα με το μαγιό από τα αποδυτήρια και πήγα στο κυλικείο να ψάξω την ομπρέλα μου που την είχα χάσει, τρεις γονείς διαμαρτυρήθηκαν δια την περιβολήν μου, όταν δε τους εζήτησα τον λόγο, μία μητέρα μου είπε πως ο κανονισμός ρητά αναφέρει, ότι στους χώρους του κολυμβητηρίου πρέπει να κυκλοφορούμε εφ’ όσον είμαστε με το μαγιό, φορώντας από πάνω μπουρνούζι, ενώ ένας ευυπόληπτος οικογενειάρχης με απείλησε με ξυλοδαρμό λέγοντάς μου: «δεν μπορώ να βλέπω τον κώλο σου ρε μαλάκα». Φαντάσου , Ζαχαρία πως διαπαιδαγωγήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι, πως διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους και πως μία κατάσταση διαιωνίζεται.

Ζαχαρίας: Να σου πω εγώ τι έπαθα με τον διαχειριστή της πολυκατοικίας καθηγητή πανεπιστημίου της ιατρικής, όταν ένα βράδυ κτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός μου  κάτι να με ρωτήσει, και εγώ εκείνη την ώρα γυμναζόμουν και  ήμουν γυμνός από την μέση και επάνω˙ ανοίγω την πόρτα και με ύφος θυμωμένο και επιτακτικό ο καθηγητής εφώναξε: «Βάλε κάτι επάνω σου, δεν είμαι καμιά πουτάνα να με υποδέχεσαι έτσι». Μεσαίωνας Τρύφωνα. Μεσαίωνας! Εδώ η αφόδευση και η ούρηση, κενώσεις σωτήριες που ανακουφίζουν, χλευάζονται και χρησιμοποιούνται ως ύβρεις, μαζί με τα γεννητικά όργανα και την ερωτική πράξη. Οι άνδρες προτιμούν να πεθάνουν από καρκίνο του προστάτη παρά να διαπερασθούν από το δάχτυλο του ουρολόγου κατά την εξέταση. Καλά που υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια, εξέταση αίματος για τον προστάτη.  Μιά που ανέφερα τον προστάτη, πρέπει να σου πω ότι εδώ  κρύβεται μιά μεγάλη αλήθεια, που η κοινωνία ευλόγως, σύμφωνα  με την παράλογη λογική της, αποσιωπά: ότι κάθε άνδρας είναι από κατασκευής διαπερατός ερωτικά, διότι το νεύρο της στύσεως που ευρίσκεται σχεδόν επάνω στον προστάτη, εντοπίζεται και αγγίζεται με την διείσδυση οιουδήποτε αντικειμένου μέσα στον πρωκτό του ανδρός. Έτσι με την διείσδυση αγγίζουν το νεύρο της στύσεως του ανδρός, αυτό ερεθίζεται, έχουμε ηδονή, στύση πέους, ίσως και εκσπερμάτωση. Άρα κάθε άνδρας είναι διαπερατός ερωτικά. Βέβαια υπάρχει κι άλλη αλήθεια η οποία αφορά την υγιεινή, που πάλι αποσιωπάται· ότι ο προστάτης και το νεύρο της στύσεως συνορεύουν με την περιοχή των εντέρων, που όπως γνωρίζουμε αποτελεί εστία μικροβίων, και έτσι κάθε διείσδυση στον πρωκτό του ανδρός,μπορεί να μεταφέρει μικροβιακές ουσίες από την περιοχή των εντέρων στον προστάτη, με αποτέλεσμα χρόνια φλεγμονή του προστάτη με πιθανή δυσάρεστη εξέλιξη. Τα ήξερες αυτά Τρύφωνα; Εγώ τα πληροφορήθηκα μετά τα τριάντα πέντε μου. Ποιος να μας τα πει; Οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι γιατροί; Εδώ αποκρύπτουν πως ερχόμαστε στον κόσμο. Η παράλογη, ανήθικη ηθική τους που μόνο την κατανάλωση υπηρετεί, υπονομεύει την ψυχική και σωματική τους υγεία, οπότε τι μπορεί  να περιμένεις απ’ αυτούς; Όσο για τους επιεικώς θρασείς που διατείνονται ότι οι άνθρωποι έλυσαν τα ψυχολογικά τους προβλήματα και απελευθερώθηκαν σεξουαλικά, ή ζουν σε άλλον πλανήτη, ή πληρώνονται γι’ αυτά που λένε, ή είναι τόσο βουτηγμένοι στον βόθρο της αγοράς και του κέρδους, που την επιστημονική εμπορευματοποίηση του σώματος και του έρωτος μέσω του θεάματος, την αποκαλούν απελευθέρωση. Είναι ποτέ δυνατόν το σύστημα να αρνηθεί την πεμπτουσία του; Να συντρίψει τον θεμέλιο λίθο που το στηρίζει;  Εδώ τα επιστημονικά επιτελεία του επενόησαν και έριξαν ιό, για να σβήσουν την σπίθα που άναψε την δεκαετία του 1960, και να απομακρύνουν έτσι τον κίνδυνο παρέκκλισης των ανθρώπων από την κατανάλωση και την εξοντωτική πολύωρη εργασία που αυτή απαιτεί.

Τρύφων: Το ξέρω. Η ζωή μας χαραμίστηκε από τους ανέραστους. Μήπως δεν είμαστε άνθρωποι;

Ζαχαρίας: Ίσως, εάν είναι άνθρωποι αυτοί, τότε εμείς δεν είμαστε και εάν είμαστε εμείς, τότε αυτοί δεν είναι.

Τρύφων: Δεν με ενδιαφέρει φίλε, τους χαρίζω την ανθρωπιά που καταργεί την απόλαυση και στην θέση της τοποθετεί την πλήξη, τον κόπο, το αλληλοφάγωμα.

Ζαχαρίας: Έτσι είναι. Φταίει όμως και η φύση που είναι ανεκτική με τους ανθρώπους, επιτρέποντάς τους να την αγνοούν χλευάζοντας, υπονομεύοντάς την, αργώντας πολύ να εκδικηθή.

Τρύφων: Ναι βέβαια, με το ζωικό βασίλειο η φύση είναι πιο αυστηρή και τιμωρός γρήγορη. Το ζωικό βασίλειο με ελάχιστη πρόσβαση στην νόηση, αποδεικνύεται λιγότερο φονικό από τον άνθρωπο , ο οποίος μπορεί να εξολοθρεύει μαζικά, ενώ τα ζώα αδυνατούν, όπως επίσης τα ζώα δεν διανοούνται να ενοχοποιήσουν το σώμα τους και τις λειτουργίες του, ούτε να πνίξουν τις ορμές τους και να τις εμπορευθούν κατόπιν, όπως κάνει ο κατ’ εικόνα και  καθ’  ομοίωσιν θεού άνθρωπος. Μήπως θα έπρεπε να επανεξετάσουμε τον ρόλο της νόησης δια την οποίαν επαίρονται ότι υπερέχουν έναντι του ζωικού βασιλείου; Άξια μομφής μέχρι τώρα η χρήση της, την επιστήμη στο έγκλημα επέφερε, την ευχαρίστηση ποινικοποιώντας.

Ζαχαρίας: Πόση νόηση χρειάζεται την νόηση να κρίνεις, να απομυθοποιήσεις; Ο Αριστοτέλης, ο Ζήνων ο Κιττιεύς, ο Σωκράτης, συνέδεσαν την νόηση με την αρετή. Ενδιαφέρουσα σύζευξη κατά την οποίαν και κατά τον Ζήνωνα τον Κιττιέα, σοφός είναι ο ενάρετος, δηλαδή αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος, φιλόδοξος, φίλαρχος, και όχι ο έχων πολλές γνώσεις. Βάσει λοιπόν του ορθού λόγου δεν μπορεί παρά ο καλός να είναι έξυπνος και ο έξυπνος καλός. Εύγε στον Αριστοτέλη, τον Ζήνωνα και τους άλλους αρχαίους φιλοσόφους, που συνυφαίνουν την εξυπνάδα με την ηθική για το κοινό καλό. Πολύ έξυπνο! Όμως πόσο ορθός μπορεί να είναι ο λόγος και πόσο ενάρετη η αρετή, όταν απαξιώνουν, αγνοούν και απαγορεύουν το μισό είναι των ανθρώπων, δηλαδή την αίσθηση και το σώμα, καθιστώντας αυτούς ανάπηρους; Πολλοί φιλόσοφοι αρχαίοι και μεταγενέστεροι, αναγνωρίζουν  και θεοποιούν ως μοναδική φυσική λειτουργία που προάγει τους ανθρώπους, την νόηση, πότε υποτιμώντας και πότε βρίζοντας την αίσθηση και το σώμα. Έτσι διαμορφώνουν μία νόηση που αντιστρατεύεται τον ορθό λόγο, αφού παραβλέπει την φύση, απαγορεύοντας το αισθάνεσθαι και την πολυδιάστατη, εναλλακτική, πολυγαμική φύση του· μία νόηση κολοβή, διεστραμμένη, σαν αυτή που οδηγεί το ανθρώπινο είδος εδώ και κάποιες χιλιάδες χρόνια «πολιτισμού» αποτροπιασμού.

Τρύφων: Τώρα που η χώρα χρεοκοπεί, θα χρειασθούν οι νεοέλληνες την φιλοσοφία· το είχαν παρακάνει με την χλιδή, την ξιπασιά, την αμορφωσιά του ατομικισμού τους, που τους κάνει να πιστεύουν ότι καθένας τους μπορεί να συνεχίζει να περνά καλά, ενώ ψοφάνε χίλια αρνιά. Ας τους βοηθήσουν οι αξίες και τα ιδανικά τους. Να ιδώ τι θα κάνουν τα γύναια.

Ζαχαρίας: Ότι έκαναν πάντα· θα πουλιούνται στους αγοραστές βιαστές τους, μόνο τώρα λόγο φτώχειας θα πουληθούν αντί πινακίου φακής, όπως πριν από δεκαετίες γινόταν.

Τρύφων: Τι τα θες, η θέση της γυναίκας στον εκμεταλλευτικό πολιτισμό, δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της ιεροδούλου. Αφού οικογένεια και σχολείο αποκόψουν το κορίτσι από το ερωτικό ένστικτο, το ωθούν ύστερα στην διαπραγμάτευση του άδειου από επιθυμία σώματός του για τα γνωστά κίνητρα, μετατρέποντας την γυναίκα σε εμπόρευμα, και μάλιστα το πιο ακριβό, δυσεύρετο και δύστροπο εμπόρευμα της αγοράς.

Ζαχαρίας: Όμως και ο άνδρας δεν είναι αθώος. Θεωρεί δεδομένο ότι θα εξαγοράσει δια της χλιδής και των αξιωμάτων του την  αγκαλιά που δεν τον θέλει, οναμαζόμενος επαξίως, δωροδόκος βιαστής. Ξέρεις Τρύφωνα, είναι λιγότερο σπάνιο να γνωρίσεις γυναίκα που να μην την ενδιαφέρει ο υλικός πλούτος, από το να γνωρίσεις γυναίκα σαρκική, τους άνδρες να ποθή ως φύλο, και όχι ως χρήμα και ως μέσον που θα την οδηγήσει στης μητρότητος την κοινωνική καταξίωση. Την γυναίκα αυτή πόρνη την αποκαλούν, ενώ την ανέραστη που διαπραγματεύεται με τον πλούσιο γαμπρό και τον καλό δουλευτή, γιατί οι πλούσιοι δεν επαρκούν για όλες, την αποδέχονται ως ηθική, ιδανική γυναίκα.

Τρύφων: Μόνο η απελευθέρωση του σώματος και του ερωτικού ενστίκτου με την πληρότητα που παρέχουν, θα σπρώξουν τους ανθρώπους να αποδώσουν χρηστική σημασία στα αναγκαία δια την ζωήν υλικά αγαθά, ως εργαλεία και μέσα δια την ζωήν και όχι ως αυτοσκοπόν της. Τότε τα φύλα θα ομονοήσουν, άνδρες και γυναίκες θα ασχοληθούν με την σεξουαλικότητά τους, και με την πνευματικότητα που αυτή προάγει, ανακαλύπτοντας χαρές διαφορετικές από τις άχαρες χαρές με τις οποίες  «χαίρονται» μέχρι τώρα. Ρίγη έρωτος βολιδοσκοπούν το θείο.

Ζαχαρίας: Εις το όνομα της Λαγνείας που δεν χαρήκαμε.

Τρύφων: Αμήν.

*

©Λεωνίδας Καζάσης




Περί πάτρης


Ο τόπος έχει δάση,
ρυάκια από βουνά,
νησιά γαλαζοπράσινα, ασπροντυμένα,
με ήλιο, με σιωπή, με νέφη ομονοούν,
ο εκνεφίας την θέλξη εκστασιάζει!

Απόκληροι σοφών τον τόπο αμαυρώνουν.
Θεσσαλονίκη την ομορφιά σου
δεν έθιξαν ίβηρες, ετρούσκοι, φλαμανδοί,
γραικύλοι - καραμάν αλήδες στην ασχημία σε κατέδωσαν.


-----------------------------------------------------------------------------
                                       
                                                         Ο εγγονός

«Αν γεννιόσουν από φτωχούς γονείς, δεν θα σκεφτόσουν έτσι και δεν θα τα έλεγες αυτά, γιατί τα παιδιά των εργατών και των υπηρετριών ήταν πρώτοι μαθητές, και αργότερα στη ζωή τους προσπάθησαν, να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνίας, ώστε σήμερα να είναι γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι. Θυμάμαι τον κυρ Σταύρο που έλεγε: «κύριε Μάνο, μπορεί εγώ να κουβαλούσα τσιμέντο σε όλη μου τη ζωή, αλλά η κόρη μου βγήκε φιλόλογος και ο γιος μου μικροβιολόγος». Όχι σαν εσένα που τα είχες όλα και δεν πείνασες, δεν κρύωσες, δεν είδες να υποτιμούν τους γονείς σου, γι’ αυτό δεν θέλεις να δουλέψεις και να κάνεις κάτι στη ζωή, αντί να μιλάς για λίγες υλικές ανάγκες και για έρωτες».

Έτσι εδιαμαρτύρετο ο εύπορος παππούς στον εγγονό του που δεν στερήθηκε, δεν μειώθηκε, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν έσερνε μέσα του τα μικρόβια των συμπλεγμάτων της κοινωνικής ανόδου και της περιουσίας – απληστίας. Όχι πως τα παιδιά των ευπόρων υπολείπονται σε ματαιοδοξία, υπεροψία, σκληρότητα, αλλά, όταν είσαι χορτάτος, μπορείς πιο εύκολα να δεις πέρα από τον ασφυκτικά περιορισμένο ορίζοντα των ανθρώπων, που είναι ο ορίζοντας της χλιδής και των αξιωμάτων.

Είναι ντροπή να κουβαλείς τσιμέντο; Να φτιάχνεις ψωμί, να μαζεύεις σκουπίδια, να διορθώνεις βρύσες, να μεταφέρεις υλικά αναγκαία δια την ζωήν; Ώστε να ντρέπονται οι χειρώνακτες,  και   να    πρέπει να φύγει οπωσδήποτε η ρετσινιά του κτίστη ή του κηπουρού από το παιδί τους, σπουδάζοντάς το;
Άρα δεν σπουδάζουν δια την χαράν της γνώσεως και το άνοιγμα του μυαλού, το βάθεμα  της κρίσης, την καλλιέργεια της ψυχής, πράγματα που μπορούν να επιτευχθούν παράλληλα με οιοδήποτε λειτούργημα – απασχόληση του ηλεκτρολόγου, του κτίστη, του φορτωτή, του αγρότη, του  γιατρού, φτάνει να υπάρχει θεώρηση της ζωής από άλλη οπτική γωνία και ελεύθερος χρόνος, αλλά σπουδάζουν για να κυριαρχήσουν, να αδικήσουν, να πλουτίσουν. Η γνώση από κοινωνικό αγαθό για όλους, μετατρέπεται σε βρώμικο εργαλείο, που διχάζει, αποκλείει, εγκληματεί, χλευάζοντας το αναγκαίο, εκθειάζοντας το περιττό.

Ο εγγονός απέφευγε από παιδί ό,τι δεν τον ενδιέφερε, και, επομένως, του προξενούσε άδικο κόπο. Του άρεζε να φιλά τα κοριτσάκια στο στόμα, αν και τα σαρκώδη του Γιάννη χείλη στην έκτη δημοτικού δεν τον άφηναν αδιάφορο, κι έτσι στην  πρώτη γυμνασίου που καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο, περνούσε προσεκτικά το χέρι του πίσω, και μέσα από το παντελόνι άγγιζε του Γιάννη τους γλουτούς.

Του άρεζε να ακούει τους μεγάλους, να συζητούν για την  δικτατορία του 1967, για τους Βούλγαρους, τους Τούρκους, τους κουμμουνιστές, που ήθελαν να βγάλουν τους πλούσιους από τα σπίτια τους, για να μπουν αυτοί μέσα.

Όταν έβλεπε τους οικοδόμους με τα μαντήλια δεμένα στο κεφάλι, να τραγουδούν ανεβασμένοι στις σκαλωσιές, χτυπώντας τα σφυριά, γοητευόταν τόσο, που μιά ακατανίκητη  συγκίνηση νότιζε τα μάτια του, για την παλικαριά των ανθρώπων του μόχθου, που κινδυνεύουν, περιφρονημένοι, με στερήσεις διάγοντας, και έλεγε μέσα  του:
«Σφάξτε τους πλούσιους, κι εγώ μαζί σας». Αργότερα κατάλαβε πόσο οι περιφρονημένοι λαχταρούν να μοιάσουν τους περιφρονητές τους! Ακόμη κι αν τους έσφαζαν, θα το έκαναν για να πάρουν τη θέση τους, και τίποτα παραπάνω.

Μεγαλώνοντας ο εγγονός, ως μαθητής ήταν κακός,  παρ’ όλες τις βοήθειες που του παρείχαν με δασκάλους στο σπίτι, με την ανάλογη βέβαια υπονόμευση της μείωσης του ηθικού του από τους γονείς, ως συνήθως με τους γονείς γίνεται, όταν το παιδί δεν είναι καλός μαθητής.

Κατά την εφηβεία οι ορμές πίεζαν φοβερά, η φτώχεια των ηδονών της κοινωνίας απερίγραπτη, και ο εγγονός στα δέκα έξι του οδηγείται σε απόλαυση αγοραία. Βγαίνοντας στην επιβίωση, έβλεπε πως του έτρωγε  όλο τον χρόνο, και από την άλλη, τα κορίτσια να μην θέλουν να κάνουν έρωτα, παρά μόνο για λεφτά και οικογένεια! και ο εγγονός σκεφτόταν: «εάν είναι να χάσω τα μάτια μου και το ένα μου πόδι, μη σώσει και πλησιάσω γυναίκα». Η κατάσταση χειροτέρευε. < Δεν έχει ωράριο αυτό το επάγγελμα>  του έλεγαν, όταν εδιαμαρτύρετο  ότι, σχεδόν νύχτα πήγαινε στη δουλειά και  νύχτα επέστρεφε από αυτήν, και από την άλλη, αγαμία! ατέρμονη αγαμία !

«Η ζωή εις την οποίαν με έφερες είναι αγαμία και δουλειά. Ευθύνεσαι και εσύ βέβαια, διότι στην κόρη σου έλεγες ότι τα κορίτσια δεν έχουν ανάγκη να κάνουν έρωτα όπως τα αγόρια!  την απέτρεπες δε να συνδεθή ερωτικά με άνδρες, για να μην της βγει το όνομα και δεν μπορέσει να παντρευτεί. Επίσης της έφερνες παράδειγμα προς μίμησιν την γειτόνισσα, επειδή παντρεύτηκε ένα καλό παιδί που της παρέχει υλική ασφάλεια, ανέσεις. Έχω ακούσει και την γιαγιά να της λέει: «πρόσεχε, οι άνδρες σε πλησιάζουν για να φτύσουν και να φύγουν». Επίσης, η γιαγιά μας έλεγε και το εξής << βαθυστόχαστο>> : << Εάν σε μια οικογένεια ο άνδρας πάει με άλλη γυναίκα, δεν έγινε και τόσο μεγάλο κακό, εάν όμως η γυναίκα πάει με άλλον άνδρα, ατιμάζεται όλη η οικογένεια>>. Δεν  είστε οι μόνες που τα λέτε αυτά˙ όλες οι μητέρες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ανατρέφουν τις κόρες τους με τις φοβίες που και οι ίδιες ανετράφησαν.
Όσο για τους άνδρες που ενώ επιθυμούν όλες τις γυναίκες των άλλων, αλλά  αγριεύουν, εάν πλησιάσει κανείς την γυναίκα τους , την μάνα τους, την κόρη τους, την αδερφή τους,  είναι γνωστή ψυχασθένεια, που την  έζησες, την ξέρεις, και δεν θα επεκταθώ».

Αυτά είπε μια μέρα, αγανακτισμένος, ο εγγονός  εις την μητέρα του.

Ακόμη και γυναίκες μεγαλύτερες του, κατά δεκαπέντε και είκοσι χρόνια, ήθελαν να ξοδεύει χρήματα, για να πλαγιάσουν μαζί του. Όταν δε, απευθυνόταν σε γυναίκες πενήντα  έως εξήντα ετών, όσες από αυτές δεν ενδιαφέρονταν για υλικά αγαθά, εθίγοντο και τον εφώναζαν αλήτη!

Στα είκοσί του, όταν υπηρετούσε την στρατιωτική θητεία του, μια μέρα της εξόδου του, ο φίλος του, ο Δημήτρης, τον πήγε σε ένα διαμέρισμα , στο Κολωνάκι, όπου μία κυρία άνω των εβδομήντα, αφράτη, που αντιλαμβανόσουν, ότι θα ήτο γυναικάρα πριν από είκοσι χρόνια, συνευρίσκετο με νεαρούς, χωρίς πληρωμή! Μόνο «καποτίτσες», όπως τις έλεγε, ήθελε να τις φέρνουν.

Ο  εγγονός αργούσε να ολοκληρώσει, και η κυρία του είπε: «Ελάτε άλλη φορά, που θα έχω περισσότερο χρόνο, για να το ευχαριστηθούμε, γιατί τώρα, πρέπει να πάω να δω τον άντρα μου που, με περιμένει, στον Άγιο Σάββα». Μακάρι όλες οι γυναίκες να ήταν στην φύση τους, όπως αυτή η κυρία!!! δεν θα υπήρχε πρόβλημα κανένα!!!

Καλά που υπήρχαν παλικάρια με τα οποία ο εγγονός συνευρισκόταν, και έτσι έπαιρνε τους χυμούς της συναισθηματικής πλήρωσης, που χαρίζει η σαρκική απόλαυση, χωρίς να πληρώνει και να υπόσχεται υποκρινόμενος, όπως κάνουν οι υπόλοιποι άνδρες, για να τους κάτσει γυναίκα. Οι ομοφυλόφιλοι νέοι γοητεύθηκαν, τον αποδέχθηκαν, τον ερωτεύθηκαν, τον τίμησαν. Ο εγγονός δεν εκάμφθη από την ομοφοβική πλύση εγκεφάλου, που υφίστανται τα παιδιά από τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους ιερείς, και ξεδίπλωσε την ομοφυλοφιλική του διάσταση, δίνοντας διέξοδο στο αδιέξοδο που τον έριχναν οι ακρωτηριασμένες, ενστικτικά – συναισθηματικά γυναίκες από την γαλουχία τους ακόμα.
Εκτός από τους ομοφυλόφιλους με τους οποίους συναναστρεφόταν, ήρθε σε επαφή, και με ομοφυλόφιλες γυναίκες, τις οποίες απεπειράθη να πλησιάσει ερωτικά, όμως προσέκρουσε στον βράχο άπωσης που νιώθουν οι ομοφυλόφιλοι για το έτερο φύλο, κάτι που δεν είχε καταλάβει από τους ομοφυλόφιλους νέους, αφού ανήκε στο ίδιο με αυτούς φύλο, και επομένως, μόνο γυναίκες σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσαν να διαγνώσουν την άπωση των ομοφυλοφίλων ανδρών γι’ αυτές.

Έτσι, το ζήτημα που ανοίγεται εδώ , είναι, πως οι ομοφυλόφιλοι, αποκλείοντας, λόγω τραύματος το έτερο φύλο, απεμπολούν από το διανοητικό τους οπλοστάσιο την άποψη, πως κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του την τάση, να ερωτευθή και να συνευρεθή με άνθρωπο του ιδίου φύλου, αρκεί να αρθούν οι διαβολές, περί διαστροφής της ομοφυλοφιλίας, οι οποίες ταλανίζουν, πληγώνουν και αλλοιώνουν την φύση  της ανθρωπίνης ερωτικότητος.
Οι ομοφυλόφιλοι,  αντί να παλέψουν για την απελευθέρωση της αμφιφυλόφιλης  φύσης του ανθρώπου, δέχονται και αποζητούν λόγω της παθογενούς αποστροφής τους προς το άλλο φύλο – που η κοινωνία προκάλεσε – την γκετοποίησή τους, ζητιανεύοντας ανοχή και ένταξη  από μία κοινωνία, που αφού τους χάραξε ανεξίτηλα, τους περιθωριοποιεί, χλευάζοντας, διώκοντάς τους. Κάθε αποκλεισμός, είτε του ετέρου φύλου, που προέρχεται από την καταπιεστική αναγκαιότητα βιώματος τραυματικού είτε του ομοίου φύλου, που προέρχεται από την  πειθανάγκη της ομοφοβικής πλύσεως εγκεφάλου που γίνεται επίσημα από την κοινωνία  – ώστε τα λεξικά της να ερμηνεύουν την λέξη ομοφυλοφιλία  ως διαστροφή γενετήσια – ,  παραβαίνει την φύση, με δυσάρεστες δια την ψυχήν συνέπειες.

Όσο για τους δήθεν που ισχυρίζονται, πως η κοινωνία αποδέχεται την ομοφυλοφιλία, ας δοκιμάσουν να αποκαλέσουν σε έναν γονιό το παιδί του ομοφυλόφιλο, να δούμε τι αποδοχή θα εισπράξουν, όπως, επίσης, ας μας απαντήσουν, εάν  ένας εκπαιδευτικός, ένας ιερέας, ένας δικαστής, ένας στρατιωτικός, ένας γιατρός  μπορούν να δηλώσουν δημόσια, πως είναι ομοφυλόφιλοι, χωρίς να χάσουν την θέση τους.

Μετά από κάποια χρόνια ο εγγονός βρήκε επιτέλους οκτάωρη εργασία, όμως σύντομα ανακάλυψε ότι και το οκτάωρο ήταν ανυπόφορο. Δεν περνούσαν οι ώρες στον ίδιο χώρο, με το ίδιο αντικείμενο, και τους εργαζόμενους να  εξοντώνει ο ένας τον άλλον. Όσες δε τον πλησίαζαν, έφευγαν γιατί ήταν υπάλληλος. Όταν βρήκε τετράωρη απασχόληση διανέμοντας εφημερίδα, ξαναγεννήθηκε. Είχε άπλετο χρόνο, όλη η μέρα δική του. Εγυμνάζετο, εδιάβαζε, ξέγνοιαστα στην παραλία περπατούσε, μα οι γυναίκες τώρα, ούτε για καφέ δεν έβγαιναν μαζί του.

Ένας πρώτος εξάδελφος του πατέρα του, αριστερός, μεγαλοδικηγόρος, που έκανε περιουσία από το άδικο ( ως νομικός σύμβουλος των πλουσίων ) του είπε: «προέρχεσαι από αστική οικογένεια, και είναι ντροπή, να μοιράζεις εφημερίδες. Δεν θα σου λέει κανείς καλημέρα, και σε είκοσι χρόνια θα αυτοκτονήσεις».

Πέρασε κι άλλο ο χρόνος , κάθισε πολύ σ’ αυτή τη δουλειά,  ώσπου μια μέρα τον απέλυσαν, γιατί διεκδίκησε με άλλους συναδέλφους του, αυτά που ακόμη και ο νόμος της εργοδοσίας έδινε. Άνεργος πια, έγραψε στον καθηγητή μαθηματικών, που του παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα στο γυμνάσιο – ο οποίος επισκέφθηκε καρδιολόγο,  όταν ο εγγονός έμεινε μετεξεταστέος στα μαθηματικά, γιατί πρώτη φορά κοβόταν μαθητής που εκείνος είχε αναλάβει – : «Παλιέ μου προγυμναστά σε χαιρετώ και σου μηνώ, ότι παρέμεινα κακός μαθητής στην κοινωνία της αγοράς και του κέρδους».

*

©Λεωνίδας Καζάσης

Ο εγγονός

«Αν γεννιόσουν από φτωχούς γονείς, δεν θα σκεφτόσουν έτσι και δεν θα τα έλεγες αυτά, γιατί τα παιδιά των εργατών και των υπηρετριών ήταν πρώτοι μαθητές, και αργότερα στη ζωή τους προσπάθησαν, να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνίας, ώστε σήμερα να είναι γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι. Θυμάμαι τον κυρ Σταύρο που έλεγε: «κύριε Μάνο, μπορεί εγώ να κουβαλούσα τσιμέντο σε όλη μου τη ζωή, αλλά η κόρη μου βγήκε φιλόλογος και ο γιος μου μικροβιολόγος». Όχι σαν εσένα που τα είχες όλα και δεν πείνασες, δεν κρύωσες, δεν είδες να υποτιμούν τους
γονείς σου, γι’ αυτό δεν θέλεις να δουλέψεις και να κάνεις κάτι στη ζωή, αντί να μιλάς για λίγες υλικές ανάγκες και για έρωτες>>.
 Έτσι εδιαμαρτύρετο ο εύπορος παππούς στον εγγονό του που δεν στερήθηκε, δεν μειώθηκε, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν έσερνε μέσα του τα μικρόβια των συμπλεγμάτων της κοινωνικής ανόδου και της περιουσίας - απληστίας. Όχι πως τα παιδιά των ευπόρων υπολείπονται σε ματαιοδοξία, υπεροψία, σκληρότητα, αλλά,
 όταν είσαι χορτάτος, μπορείς πιο εύκολα να δεις πέρα από τον ασφυκτικά περιορισμένο ορίζοντα των ανθρώπων, που είναι ο ορίζοντας της χλιδής και των αξιωμάτων.
 Είναι ντροπή να κουβαλείς τσιμέντο; Να φτιάχνεις ψωμί, να μαζεύεις σκουπίδια, να
διορθώνεις βρύσες, να μεταφέρεις υλικά αναγκαία δια την ζωήν; Ώστε να ντρέπονται
 οι χειρώνακτες,  και   να    πρέπει να φύγει οπωσδήποτε η ρετσινιά του κτίστη ή του κηπουρού από το παιδί τους, σπουδάζοντάς το;
 Άρα δεν σπουδάζουν δια την χαράν της γνώσεως και το άνοιγμα του μυαλού, το βάθεμα  της κρίσης, την καλλιέργεια της ψυχής, πράγματα που μπορούν να επιτευχθούν παράλληλα με οιοδήποτε λειτούργημα - απασχόληση του ηλεκτρολόγου, του κτίστη, του φορτωτή, του αγρότη, του  γιατρού, φτάνει να υπάρχει θεώρηση της ζωής από άλλη οπτική γωνία και ελεύθερος χρόνος, αλλά σπουδάζουν για να κυριαρχήσουν, να αδικήσουν, να πλουτίσουν. Η γνώση από κοινωνικό αγαθό για όλους, μετατρέπεται σε βρώμικο εργαλείο, που διχάζει, αποκλείει, εγκληματεί, χλευάζοντας το αναγκαίο, εκθειάζοντας το περιττό.
 Ο εγγονός απέφευγε από παιδί ό,τι δεν τον ενδιέφερε, και, επομένως, του προξενούσε άδικο κόπο. Του άρεζε να φιλά τα κοριτσάκια στο στόμα, αν και τα σαρκώδη του Γιάννη χείλη στην έκτη δημοτικού δεν τον άφηναν αδιάφορο, κι έτσι στην  πρώτη γυμνασίου που καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο, περνούσε προσεκτικά το χέρι του πίσω, και μέσα από το παντελόνι άγγιζε του Γιάννη τους γλουτούς. 
Του άρεζε να ακούει τους μεγάλους, να συζητούν για την  δικτατορία του 1967, για τους Βούλγαρους, τους Τούρκους, τους κουμμουνιστές, που ήθελαν να βγάλουν τους πλούσιους από τα σπίτια τους, για να μπουν αυτοί μέσα.
 Όταν έβλεπε τους οικοδόμους με τα μαντήλια δεμένα στο κεφάλι, να τραγουδούν 
ανεβασμένοι στις σκαλωσιές, χτυπώντας τα σφυριά, γοητευόταν τόσο, που μιά ακατανίκητη  συγκίνηση νότιζε τα μάτια του, για την παλικαριά των ανθρώπων του μόχθου, που κινδυνεύουν, περιφρονημένοι, με στερήσεις διάγοντας, και έλεγε μέσα  του: 
«Σφάξτε τους πλούσιους, κι εγώ μαζί σας». Αργότερα κατάλαβε πόσο οι περιφρονημένοι λαχταρούν να μοιάσουν τους περιφρονητές τους! Ακόμη κι αν τους έσφαζαν θα το έκαναν για να πάρουν τη θέση τους, και τίποτα παραπάνω.
Μεγαλώνοντας ο εγγονός, ως μαθητής ήταν κακός,  παρ’ όλες τις βοήθειες που του παρείχαν με δασκάλους στο σπίτι, με την ανάλογη βέβαια υπονόμευση της μείωσης του ηθικού του από τους γονείς, ως συνήθως με τους γονείς γίνεται, όταν το 
παιδί δεν είναι καλός μαθητής.
Κατά την εφηβεία οι ορμές πίεζαν φοβερά, η φτώχεια των ηδονών της κοινωνίας απερίγραπτη, και ο εγγονός στα δέκα έξι του οδηγείται σε απόλαυση αγοραία. Βγαίνοντας στην επιβίωση, έβλεπε πως
του έτρωγε όλο τον χρόνο, και από την άλλη, τα κορίτσια να μην θέλουν, να κάνουν έρωτα, παρά μόνο για λεφτά και οικογένεια! και ο εγγονός σκεφτόταν: «εάν είναι να χάσω τα μάτια μου και το ένα μου πόδι, μη σώσει και πλησιάσω γυναίκα». Η κατάσταση χειροτέρευε.
«Δεν έχει ωράριο αυτό το επάγγελμα» του έλεγαν, όταν εδιαμαρτύρετο 
 ότι, σχεδόν νύχτα πήγαινε στη δουλειά και  νύχτα επέστρεφε από αυτήν, και από την άλλη, αγαμία! ατέρμονη αγαμία !
 «Η ζωή εις την οποίαν με έφερες είναι αγαμία και δουλειά. Ευθύνεσαι και εσύ βέβαια, διότι στην κόρη σου έλεγες ότι τα κορίτσια δεν έχουν ανάγκη να κάνουν έρωτα όπως τα αγόρια!  την απέτρεπες δε να συνδεθή ερωτικά με άνδρες, για να μην της βγει το όνομα και δεν μπορέσει να παντρευτεί. Επίσης της έφερνες παράδειγμα προς μίμησιν την γειτόνισσα, επειδή παντρεύτηκε ένα καλό παιδί που της παρέχει υλική ασφάλεια, ανέσεις. Έχω ακούσει και την γιαγιά να της λέει: «πρόσεχε, οι άνδρες σε πλησιάζουν για να φτύσουν και να φύγουν». Επίσης, η γιαγιά μας έλεγε και το εξής << βαθυστόχαστο>> : << Εάν σε μια οικογένεια ο άνδρας πάει με άλλη γυναίκα, δεν έγινε και τόσο μεγάλο κακό, εάν όμως η γυναίκα πάει με άλλον άνδρα, ατιμάζεται όλη η οικογένεια>>. Δεν  είστε οι μόνες που τα λέτε αυτά˙ όλες οι μητέρες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ανατρέφουν τις κόρες τους με τις φοβίες που και οι ίδιες ανετράφησαν.
Όσο για τους άνδρες που ενώ επιθυμούν όλες τις γυναίκες των άλλων, αλλά 
 αγριεύουν, εάν πλησιάσει κανείς την γυναίκα τους , την μάνα τους, την κόρη τους,
 την αδερφή τους, είναι γνωστή ψυχασθένεια, που την  έζησες, την ξέρεις, και δεν θα επεκταθώ»
Αυτά είπε μια μέρα, αγανακτισμένος, ο εγγονός  εις την μητέρα του.
 Ακόμη και γυναίκες μεγαλύτερες του, κατά δεκαπέντε και είκοσι χρόνια, ήθελαν να ξοδεύει χρήματα, για να πλαγιάσουν μαζί του. Όταν δε, απευθυνόταν σε γυναίκες πενήντα  έως εξήντα ετών, όσες από αυτές δεν ενδιαφέρονταν για υλικά αγαθά, εθίγοντο και τον εφώναζαν αλήτη! 
Στα είκοσί του, όταν υπηρετούσε την στρατιωτική θητεία του, μια μέρα της εξόδου του, ο φίλος του, ο Δημήτρης, τον πήγε σε ένα διαμέρισμα , στο Κολωνάκι, όπου μία κυρία άνω των εβδομήντα, αφράτη, που αντιλαμβανόσουν, ότι θα ήτο γυναικάρα πριν από είκοσι χρόνια, συνευρίσκετο με νεαρούς, χωρίς πληρωμή! 
Μόνο < καποτίτσες> όπως τις έλεγε, ήθελε να τις φέρνουν.
Ο  εγγονός αργούσε να ολοκληρώσει, και η κυρία του είπε:< Ελάτε άλλη φορά, που θα έχω περισσότερο χρόνο, για να το ευχαριστηθούμε, γιατί τώρα, πρέπει να πάω να δω τον άντρα μου που, με περιμένει, στον Άγιο Σάββα >. Μακάρι όλες οι γυναίκες να ήταν στην φύση τους, όπως αυτή η κυρία!!! δεν θα υπήρχε πρόβλημα κανένα!!!
Καλά που υπήρχαν παλικάρια με τα οποία ο εγγονός συνευρισκόταν, και έτσι έπαιρνε τους χυμούς της συναισθηματικής πλήρωσης, που χαρίζει η σαρκική απόλαυση, χωρίς να πληρώνει και να υπόσχεται υποκρινόμενος, όπως κάνουν οι υπόλοιποι άνδρες, για να τους κάτσει γυναίκα.
Οι ομοφυλόφιλοι νέοι γοητεύθηκαν, τον αποδέχθηκαν, τον ερωτεύθηκαν, τον τίμησαν. Ο εγγονός δεν εκάμφθη από την ομοφοβική πλύση εγκεφάλου, που
 υφίστανται τα παιδιά από τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους ιερείς, και ξεδίπλωσε την ομοφυλοφιλική του διάσταση, δίνοντας διέξοδο στο αδιέξοδο που τον έριχναν οι ακρωτηριασμένες, ενστικτικά - συναισθηματικά γυναίκες από την γαλουχία τους ακόμα.
Εκτός από τους ομοφυλόφιλους με τους οποίους συναναστρεφόταν, ήρθε σε επαφή, και με ομοφυλόφιλες γυναίκες, τις οποίες απεπειράθη να πλησιάσει ερωτικά, όμως προσέκρουσε στον βράχο άπωσης που νιώθουν οι ομοφυλόφιλοι για το έτερο φύλο, κάτι που δεν είχε καταλάβει από τους ομοφυλόφιλους νέους, αφού ανήκε στο ίδιο με αυτούς φύλο, και επομένως, μόνο γυναίκες σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσαν να διαγνώσουν την άπωση των ομοφυλοφίλων ανδρών γι' αυτές.
Έτσι, το ζήτημα που ανοίγεται εδώ , είναι, πως οι ομοφυλόφιλοι, αποκλείοντας,   λόγω τραύματος το έτερο φύλο, απεμπολούν από το διανοητικό τους οπλοστάσιο την άποψη, πως κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του την τάση, να ερωτευθή και να συνευρεθή με άνθρωπο του ιδίου φύλου, αρκεί να αρθούν οι διαβολές, περί διαστροφής της  οι οποίες ταλανίζουν, πληγώνουν και αλλοιώνουν την φύση  της ανθρωπίνης ερωτικότητος.
Οι ομοφυλόφιλοι,  αντί να παλέψουν για την απελευθέρωση της αμφιφυλόφιλης  φύσης του ανθρώπου, δέχονται και αποζητούν λόγω
της παθογενούς αποστροφής τους προς το άλλο φύλο - που η κοινωνία
προκάλεσε -  την γκετοποίησή τους, ζητιανεύοντας ανοχή και ένταξη 
από μία κοινωνία, που αφού τους χάραξε ανεξίτηλα, τους περιθωριοποιεί,
χλευάζοντας, διώκοντάς τους. Κάθε αποκλεισμός, είτε του ετέρου
φύλου, που προέρχεται από την καταπιεστική αναγκαιότητα βιώματος
τραυματικού είτε του ομοίου φύλου, που προέρχεται από την 
πειθανάγκη της ομοφοβικής πλύσεως εγκεφάλου που γίνεται επίσημα
από την κοινωνία - ώστε τα λεξικά της να ερμηνεύουν την λέξη
ομοφυλοφιλία ως διαστροφή γενετήσια -  παραβαίνει την φύση, με 
δυσάρεστες δια την ψυχήν συνέπειες.
 Όσο για τους δήθεν που ισχυρίζονται, πως η κοινωνία αποδέχεται την ομοφυλοφιλία, ας δοκιμάσουν να αποκαλέσουν σε έναν γονιό το παιδί του ομοφυλόφιλο, να δούμε τι αποδοχή θα εισπράξουν, όπως, επίσης, ας μας απαντήσουν, εάν  ένας εκπαιδευτικός, ένας ιερέας, ένας δικαστής, ένας στρατιωτικός, ένας γιατρός  μπορούν να δηλώσουν δημόσια, πως είναι ομοφυλόφιλοι, χωρίς να χάσουν την θέση τους. 
Μετά από κάποια χρόνια ο εγγονός βρήκε επιτέλους οκτάωρη εργασία, όμως σύντομα ανακάλυψε ότι και το οκτάωρο ήταν ανυπόφορο. Δεν περνούσαν οι ώρες στον ίδιο χώρο, με το ίδιο αντικείμενο, και τους εργαζόμενους να  εξοντώνει ο ένας τον άλλον. Όσες δε τον πλησίαζαν, έφευγαν γιατί ήταν υπάλληλος.
 Όταν βρήκε τετράωρη απασχόληση διανέμοντας εφημερίδα, ξαναγεννήθηκε. Είχε άπλετο χρόνο, όλη η μέρα δική του. Εγυμνάζετο, εδιάβαζε, ξέγνοιαστα στην παραλία
περπατούσε, μα οι γυναίκες τώρα, ούτε για καφέ δεν έβγαιναν μαζί του.
Ένας πρώτος εξάδελφος του πατέρα του, αριστερός, μεγαλοδικηγόρος, που έκανε περιουσία από το άδικο ( ως νομικός σύμβουλος των πλουσίων ) του είπε: «προέρχεσαι από αστική οικογένεια, και είναι ντροπή, να μοιράζεις εφημερίδες. Δεν θα σου λέει κανείς καλημέρα, και σε είκοσι χρόνια θα αυτοκτονήσεις».
 Πέρασε κι άλλο ο χρόνος , κάθισε πολύ σ' αυτή τη δουλειά,  ώσπου μια μέρα τον απέλυσαν, γιατί διεκδίκησε με άλλους συναδέλφους του, αυτά που ακόμη και ο νόμος της εργοδοσίας έδινε. Άνεργος πια, έγραψε στον καθηγητή μαθηματικών, που του παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα στο γυμνάσιο - ο οποίος επισκέφθηκε καρδιολόγο,  όταν ο εγγονός έμεινε μετεξεταστέος στα μαθηματικά, γιατί πρώτη φορά κοβόταν μαθητής που εκείνος είχε αναλάβει - : «Παλιέ μου προγυμναστά σε χαιρετώ και σου μηνώ, ότι παρέμεινα κακός μαθητής στην κοινωνία της αγοράς και του κέρδους».                                                     


------------------------------------------------------------------------------------

Τα χείλη σου άναρχες δομές,
υγρές, μεστές παρενθέσεις,
θωπεύουν ήχους, ανθολογούν στιγμές,
ιχνηλατούν προθέσεις.


------------------------------------------------------------------------------------
                                           Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να
ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με
έπιπλα παλαιά,  χρώματος καφεδύ, με τοίχους βαμμένους,  έτσι , ώστε
να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να
εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι
είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον.
Ο Λέανδρος,  αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος,  άχνουδος με
μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά  ανοικτά μαλλιά, με μία
σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα,
αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα
μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιάς τρελής φυγής, που
έζωνε τα στήθη του.
Ήξερε, πως μπορούσε να χαθή, μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του
ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος,
που ήταν ευεπίφορος στο καινό.
Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν
παράταιρος,  ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά
που τον είδε , αλλά,  και ο Λέανδρος,  κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο,
και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε
αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό,
την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους,
καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο
Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων
θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν,
χωρίς να  τον ξεχάσει.
Και,  να,  τώρα, που,  μετά  από προκλήσεις - προσκλήσεις του
Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον,  συζητώντας,
πίνοντας μαυροδάφνη,  και,  βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα
δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα
περασμένα, και οι δύο φίλοι,  αφοσιωμένοι, ο ένας στον λόγο του
άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής,
βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης,
η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους,
και αφού,  λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει
τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό,  και ένα βυσσινί ο Λέων,
ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά,
εώς ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων,  που αντάλλαζαν ο ένας με
τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων,  κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο,
άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του
χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε
με τα μάτια,  να εμπεδώσει, να εγκολπωθή, να αφομοιώσει με την
δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο.
Ο Λέανδρος,  εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος·
μιά φωταψία των ματιών του, που,  ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι                                                  
θα εζήλευε,ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου
του.
Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε, κι όταν από το ραδιόφωνο,
σιγανά,  ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι
στίχοι του Καρυωτάκη:
«Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις».
Τότε,  τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα
μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου,
στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος.
Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα,  όλο το φευγιό της ζωής του,
της ζητούμενης μοναξιάς.
Το πρωινό,  τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους
τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και
ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη,  που μισοκοιμισμένος,  εμειδία,
εψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».


-------------------------------------------------------------------------------------


Ουράνια, Ουράλια, Αλς,
γνωρίζουν μα δεν τους πέφτει λόγος.
Έρως μόνος μελώνει χάσμα θανάτου.
Νοησιάρχες έρωτα εκδιώκουν.
Κύνες, νήπια, λεοντιδείς,
ανασασμοί, πατημασιές βαθειά χαράζουν,
σύμπαν περήφανο νογά,
ζώα ζωή θεώνται,
τα μόνα ζωντανά.


------------------------------------------------------------------------


Όσοι ομιλούν περί ανατροπής του εκμεταλλευτικού
πολιτισμού, χωρίς να αγωνίζονται,  πρώτα,  για την
απελευθέρωση - αποποινικοποίηση του σώματος και του
ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, κτίζουν και θα
κτίζουν στην άμμο, εξαπατώντας τους εαυτούς τους, μη
δυνάμενοι, να αποτινάξουν την ανήθικη (αφού καταργεί
την φύση) ηθική, που κληρονόμησαν από πατρίδα, θρησκεία,
οικογένεια.
Είναι αδύνατον,  οι κολλεκτίβες,  να στηριχθούν σε ανήδονους,
αναίσθητους ανθρώπους, που αποκλείουν την εναλλαγή
ερωτικών συντρόφων και την αμφιφυλόφιλη εγγενή ροπή τους,
 γιατί, λόγω πλήξεως, σύντομα, θα επιστρέψουν
 στην αναζήτηση των φετίχ - εμπορευμάτων,
χαραμίζοντας τον χρόνο τους, δουλεύοντας για ψεύτικες
ανάγκες. Απελεύθερο ερωτικό ένστικτο, απαρχή άλλου
ανθρώπου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου