Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Ανατολή φυγής Α μέρος 2001-2010


Σε σιωπή μεσονύχτια, στ’ ακροχείλη σου,
με οδύνες βαθειά απ’ τα στήθη,
υγραίνω καυτά το μαντήλι σου.

Στου κενού τα κατάρτια γαντζώθηκα,
με νεφέλες, αντάρες, φιλιώθηκα.

Τραγουδιού απόηχος παρεκίνησε,
λαγόνων σου χυμός εκύλησε.

Αδόκητα καρδιές παραπαίουν,
κοιτάζοντας τα σώματα ρέουν.

---------------------------------------------------------

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.


--------------------------------------------------------
 


Κοιτάζοντας γύρω
αφουγκράσου το αναπάντητα δοσμένο,
την ουτοπία σύλλαβε, αγγίζοντας
των σωμάτων τα δελεαστικά αινίγματα.
Στο λευκό περπάτα
πισωβλέποντας τη θάλασσα,
πίνοντας του φεγγαριού τα κίτρα.
Κι αν σ’ αποσπάσει το ηλιοβασίλεμα,
δες που κρύβονται τ’ αστέρια
όταν δεν είναι ερωτευμένα,
πως αντιμάχονται τον ήλιο όταν ερωτεύονται,
ξέροντας τον χαμό τους.

----------------------------------------------------------


Στις αποκρίσεις των ματιών μυήθηκα.
Σιωπές αμείλικτες τον χρόνο αίρουν.
Τις ενοχές των αστεριών αρνήθηκα.
Χείλη ενδοτικά,
παλμοί των άκρων σου νεύματα μαγεμένα.
Κόρες χίμαιρες, αφές γυμνές στον ήλιο,
με τα μαλλιά τους βράχους αγκαλιάζουν.
Μέτωπα ιδρωμένα,
στήθη των κυμάτων όρθροι.
Μεσ’ τα χέρια σου τα ακρόθινα αγναντεύω,
μέσα στ’ ακρόθινα με ρίγη ναυαγώ.


---------------------------------------------------------


Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.


-------------------------------------------------------


Αργέστης εμειδίασε!
των ομμάτων σου ελαιώνων συγκομιδή.
Μονιές δακρύων,
λύκοι απέλπιδες εξορμούν.
Εκζήτηση; Λήθη;
Στις κοιλάδες ομορφαίνουν τα ήθη.
Τις γρίλιες σου ψαύοντας,
τα ξάγναντα μέλπουν.


---------------------------------------------------------------


Λιμνών έθιμα
ύμνη παθών,
καιροί ερυθροπάρειοι
πελάγη εκμαυλίζουν,
σαγήνες οιωνοσκοπούν,
δρυμοί αναιδώς ρέπουν,
τα κρίνα καθομολογούν,
απαράμιλλα τα έργα σου Βάκχε!
Η έως θλίβεται όταν κοιτά,
του γεραιόφρονος ευτελή καρδιά.


-------------------------------------------------------


Σελήνης λόγο,
Καυκάσου δάφνες ακουρμαίνονται,
συνηγορεί η στίλβη,
αισθήσεις λακτίζουν,
αντιρρήσεις υποτάσσονται,
άρμη τις γλώσσες
άγρια θροϊζει,
σκιρτήματα θηλών
ρητίνη στάζουν,
γόνατα αφοβόσπλαχνα προτάσσονται.

Κοίτες, ορίζοντες, κορφές,
επισκοπούν την πάλη,
στο γήθος αναπότρεπτα
θα υποκλιθούν πάλι.


------------------------------------------------------


Αναθύμηση σκιάχτρα λαξεύει,
καιροί ερωτοτροπούν
σάρκες χαράζοντας.
Ορίζοντες ράθυμους
αράθυμα στιγμές διασχίζουν,
ξεβράζουν απόγνωσης
παιδιά φοβισμένα,
μαχαίρια πισώπλατα
διδακτόρων επαίνους.
Το άγγιγμά σου δόξης ανάθημα,
μετάλλων διθύραμβοι,
έρωτος ευθανασία.


--------------------------------------------------------


Ανατολή, η μεσημβρία ψεύδεται,
όταν ηλιοπαρμένες συννεφιές
την απειλή προστάζουν
τις Κυριακές που οι μνήμες αναπαύονται.
Τα απόμακρα, τα αλλόκοτα, τα ακροκνεφή προτρέπουν,
ίχνη αδρά προσφέρονται
τις αφελείς αργίες.


--------------------------------------------------------


Τους υπνωμένους ποια νέμεση κρατεί;
Θύελλες οδηγούν σε ατραπούς ξάστερες;
Της ανωνυμίας το κεχρί θερίζει συνειδήσεις,
αποδεσμεύει μηχανές, στύβει τον έρωτα,
τυράγνιες ενθρονίζει.
Κατάκτησε την αβεβαιότητα γλυκαίνοντάς την.


----------------------------------------------------------


Κόμες αιωρούνται ξέπλεκες,
χείλη διαστέλλονται,
αιμάτινο χρώμα,
γλώσσες σαλιώνουν
θηλές μαστών που αναριγούν,
καλλίπυγες θωπευτικά τα σκέλη αναμειγνύουν.
Η αίσθηση απαγγέλει θηλυκά την αποθέωσή της,
ο πλάστης πνέει στην Σαπφώ την θεία αποστολή της.


-------------------------------------------------------------




Σήψη ρουφάς
απόγνωσης σαρκία
τις λέξεις πλάθουν
πράγματα απορροές συγκυρίες απαντοχές
διανέμεις ψευδαισθήσεις
Αύγουστος, Φλεβάρης ταιριαστοί;
ποίηση πόρνη ελευθερίας.


----------------------------------------------------------------

Της εγκαρτέρησης κρηπίδωμα διάτρητο,
ξίφη διαπερνούν την σπλήνα,
άπνοια διασκορπάται.
Ο ήλιος την βροχή εστίλβωνε
στα μονοπάτια του άστεως τα αισχρά
όπου ουδένα φίλον έχετε, ουδενός φίλοι είσθε.
Φαντασμάτων αρμονίες φενακίζουν το κελί μου.
Εκφεύγοντας θυμάμαι,
όταν τα ακρωτηριασμένα θηλυκά με προπηλάκιζαν
με πείνα και δίψα,
αρσενοκοίτες μού φεραν κανάτια ξέχειλα
και ζεστό ψωμί.



-------------------------------------------------------------------


Τα κάλλη της μορφής δεν ήσαν ανυπέρβλητα,
όσο η αίσθηση σου η γυρεύτρα που αγρυπνώντας σε κλίνες,
δοκίμαζε των συγκινήσεων όρια,
αγγέλοντας πεπερασμένα ξεκινήματα.
Τους διαθέσιμους καρπούς τρυγώ
περήφανος των χειλιών σου υμνητής.

Λύτρα βαρειά καταβάλλουν οι εραστές,
στις ανεπίδεκτες που προσποιούνται.


----------------------------------------------------------------------


Φτιάξτε απογόνους, οι γυναίκες αρέσουν τους άνδρες,
μόνο εσύ και ο Χάρης κράζετε πως δεν τους θέλουν
μας έλεγαν τα αφεντικά, οι διευθυντές και οι συνάδερφοι,
οι συνάδερφοι που θρηνούσαν κάθε που παίρναν το
μηνιάτικο.
Τα πρωινά εφόρτωνα εφημερίδες και τις εμοίραζα,
με σύντροφο το κρύο, την βροχή, τον κίνδυνο.
Πολλές κοπέλες εγνώρισα που εδούλευαν κι αυτές,
μα δεν καταδέχονταν την συντροφιά μου.
Όταν μ’ έδιωξαν γιατί ανεκάλυψα πως τους μισθούς
μου εψαλίδιζαν,
η Ευγενία, η Ελένη, η Μαρία, ο Κωστής,
κατέθεσαν εις βάρος μου στον δικαστή,
και μου είπε καθένας τους <<για τα παιδιά μου>>.
 


-----------------------------------------------------------------------


Βράδυ Σαββάτου διαβάζοντας,
το πορτατίφ φέγγει από μέσα κοντά στο μπαλκόνι.
Το πνεύμα ερεθίζεται όταν ασκείται.
Ιδρωμένος κοιτώ στον καθρέφτη το σώμα μου,
τα μαλλιά, τα μάτια.
Τα χέρια αγγίζουν παλμικά και οι μορφασμοί
εικόνες που σφύζουν.
Απολαμβάνω την ανήσυχη ησυχία του κορμιού,
του σπιτιού,
θηρεύοντας άπεφθο της στιγμής μυστήριο.
Μεθώντας παραδίδομαι στων σιωπών τις άρπες.
Με την δροσιά του νερού το σφρίγος χαίρομαι.
Ηδονή οικουμενική ψελλίζει φθόγγους πρωτάκουστους,
στους βρυχηθμούς της νύχτας που νήνεμη ειρωνεύεται.
Να μοιραστώ την χαρά της ύπαρξης,
του σύμπαντος το δέος!
Τα αποθέματά μου σωτήρια.Φενάκη!
Της μοναξιάς η ευωχία συνδαιτυμόνες ποθεί.

------------------------------------------------------------------------


Αφού η Γαλάτεια τέλειωνε
με τα πλατιά σου χείλη,
με τα ακροδάχτυλα που ηδύπαθα κεντούν,
τους γλουτούς σου παραδίδει ανοίγοντας,
στα χείλη τα δικά μου που ριγούν.

Εισδύοντας στον κόρφο σου Βασιλική,
των κραδασμών σου ιαχές δαμάζω,
την βασανιστική σου ηδονική
ταπείνωση θαυμάζω.


----------------------------------------------------------------------
                                    Η Χαρά
Καθώς στο καφενείο καθόμουν και αγνάντευα τον Θερμαϊκό,
εισέρχεται της νιότης πρόσωπο που εκόντευε τα τριάντα, με
κοντά αγορίστικα, μαύρα μαλλιά, με μάτια μαύρα, σώμα λιγνό,
ασκημένο. Έμεινα άναυδος από την θέλξη και από την
δυσκολία προσδιορισμού του γένους! κατόπιν διεπίστωσα ότι
επρόκειτο για κοπέλα με ύφος αγορίστικο, που καταργεί τα
φύλα, αφού εκ πρώτης παρέπεμπε σε έφηβο, αλλά έναν έφηβο
άχνουδο χωρίς καμιά τραχύτητα, με κινήσεις που επρόδιδαν
ευκαμψία ανεπιτήδευτη, με δέρμα βελούδο. Την προσπέλασα.
Χαρά ήταν το όνομα της, και σαν χαρά ήταν ευπροσήγορη.
Επέρασαν μήνες με συζητήσεις ατέρμονες και προσεγγίσεις
δελεαστικές, οι οποίες εβεβαίωναν την ερωτικήν δια την
κοινωνίαν παρέκκλισίν της, την σαπφικήν.
Ένα απόγευμα του Μάη σε γιαλό απόμακρο, τα μαλλιά της
άγγιξα το μέτωπό της, απαγγέλλοντας:

<< Κι ήταν τα μάτια σου ερημιά,
     σβηστά τα χείλη,
     κι είχες σκιρτήματα αριά,
     βήματα οι θύμησες θολά
     σιγότρεμε το ιδρωμένο δείλι >>.

Τα μάτια της πιο στιλπνά κι απ’ τον γιαλό έχυσαν καυτά, όταν
μου απεκάλυψε, πως είχε πεθάνει. Την εσκότωσε του
περιβάλλοντος <<αγαπητός>> υπεράνω πάσης υποψίας,
βιάζοντάς την. Της είπα ότι συντετριμμένος ένοιωσα, όχι όμως
κατάπληκτος, γνωρίζοντας, πως η στέρηση, που επιβάλλει η
κυρίαρχη του πολιτισμού μας ηθική στο σώμα και στον έρωτα,
αρρώστους εκτρέφει.
Στον έρωτα ηθική δεν υπάρχει· την τοποθέτησαν με επακόλουθα
την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, την απληστία, την
αλληλοεξόντωση, την γέννηση της πορνείας, των βιαστών και
των παιδεραστών. Στον έρωτα υγιεινή χωρεί!
Στην αγκαλιά μου εξέσπασε, ποθώντας, τον βιαστή της να
φονεύσει. Κατενόησα την οργή της πληγωμένης αξιοπρέπειας
που, εάν στον φόνο αναλωνόταν, ίσως να ελυτρωνόταν.
Όμως στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δεν οδηγήθη από τον
ηδονικό εντοπισμό μιας έκφανσης ερωτικής, που σε όλους
ενυπάρχει, και η παίδευση της ομοφοβικής κοινωνίας καταπνίγει
ως παρά φύσιν, αλλά από την αναγκαιότητα τραύματος
ανεπούλωτου, το οποίο απέκλεισε δια παντός την καθεστηκυία
έκφανση έρωτος.
Θα μπορούσε παντελώς τον έρωτα να μισήσει η Χαρά, που φορτίο
εσήκωνε αντίθετο, από αυτό που το όνομά της είχε ορίσει.


--------------------------------------------------------------------------



Ανατολή φυγής Β μέρος 2001-2010

Τ’ αγέρωχα μαλλιά σου,
τα μαύρα μάτια,
εκδίδονται με θράσος στη βροχή.
Θυγατέρες τα χείλη σου ρουφούν,
τις άτεγκτες παρειές σου εμπιστεύονται,
ποθώντας τους φιλόπονους μηρούς σου.
Τα δάκρυά σου ψηλαφώ,
τα αγορίστικα Μαρία θέλγητρά σου.


--------------------------------------------------------------------
                                        Τα εν οίκω

Αλάτι και ζάχαρη απόμειναν στο σπίτι της Μαρίκας και του
Εμμανουήλ. Τα όσπρια ακριβά, τα μακαρόνια, τα φρούτα
απλησίαστα, τα σέσκουλα, τα σπανάκια. Ο υιός Παναγιώτης
ολημερίς εργάζεται ανασφάλιστος για δυό ελιές τον μήνα και
η θυγατέρα τους Χαρίκλεια εργαζόμενη κι αυτή, δεν αξιώθηκε
κατά την μάνα της να βρει έναν με υψηλό εισόδημα να την σώσει.
Κι όλο φωνάζει αχαϊρευτο η Μαρίκα τον Εμμανουήλ που τρίτη
δουλειά δεν βρίσκει.
Η Μαρίκα και ο Εμμανουήλ γονείς ευυπόληπτοι περασμένοι
μεσήλικες, χρόνια κυνηγούν την ευμάρεια του νοικοκυριού τους,
στον βωμό της οποίας τα πάντα εθυσίαζαν, χωρίς σε τίποτα να
διστάζουν. Αργά που εγύρισε ο Παναγής, εζήτησε χρήματα,
καύσιμα να βάλει στην μερσεντές, την οποίαν η οικογένεια
αγόρασε δίνοντας το εφάπαξ του πατρός και ένα χωράφι.
Η μητέρα τσιρίζοντας τον απέπεμψε λέγοντάς του πως δεν έχουν
να αγοράσουν τρόφιμα και πως έπρεπε να πουληθούν και τα
τρία αυτοκίνητα που είχαν, μα ο Παναγιώτης επέμενε, δίχως
όχημα ακριβό ποια θα τον κοιτούσε, εδιαμαρτύρετο εις την
μητέρα του. Επέστρεψε και η Χαρίκλεια, αγανακτισμένη από του
Πάτροκλου το δώρο, ένα βιβλίο για την Σμύρνη, ενώ του υπέδειξε
περιδέραιο σε προθήκη κοσμηματοπωλείου. Έξαλλη η μητέρα
ούρλιαζε να τον σχολάσει τον άχρηστο, τον θρασύ, που ετόλμησε
γυναίκα να κρατήσει δίχως έξοδα, δίχως αυτοκίνητο να διαθέτει.
Η κόρη έγνεφε συγκαταβατικά, οι τσιρίδες και τα ουρλιαχτά την
γειτονιά δονούσαν, και ο Περικλής ο ιδιόρρυθμος, ο γραφικός για
όλους, βγαίνοντας για τον εσπερινό περίπατο, είδε τον Εμμανουήλ,
ανοίγοντας την πόρτα να διαφεύγει, και φώναξε:
«Πουλήσατε κατακτήσεις χρόνων που με αίμα κερδήθηκαν, πουλήσατε τα δικαιώματα της ζωής στην προοπτική του ατομικού πλούτου, τώρα, άντε στα σκλαβοπάζαρα, έτσι ταιριάζει σε λαό αλήτη», και φτύνοντας επροχώρησε.


-------------------------------------------------------------------------------------


Θέλγουν ο ήλιος, ο ουρανός,
η συννεφιά όταν δακρύζει,
η θάλασσα που αφρίζει.

Μακριά από κόπους μάταιους
η ξεγνοιασιά ωριμάζει δαμάσκηνα, πορτοκάλια,
κι έτσι ξεκούραστα αλητεύω στις ρώγες,
στα σκέλη, στους μηρούς σου.
Αλητεύω με τα χρώματα, τα γράμματα,
τα σώματα που σφύζουν,
το δειλινό το αναπόδραστο.

Πριν το τέλος να δράσει,
λιτή, ρέμπελη, ερωτική,
η ελευθερία εκφεύγει.


------------------------------------------------------------------------------------
                                           Εις το Ικάριον

Άνδρας φυγόπονος, μεσοαστός, της κοινωνίας τα κελεύσματα
αψηφούσε, εδιάβαζε, εγυμνάζετο, τις γυναίκες βολιδοσκοπούσε.
Οι απαιτήσεις υπέρογκες στων γυναικών τα στήθη και ο ανήρ
στα αζήτητα διαρκώς.
Τον Αύγουστο εις το Ικάριον γυναίκα της ιδίας τάξεως εγνώρισε,
που εμελετούσε λογοτεχνία, θρησκείες ανατολικές, την κίνηση
εδίδασκε με ασκήσεις που την ψυχή εγαλήνευαν.
Ο άνδρας ανεθάρρησε, μήπως της γυναικός οι ασχολίες την
ματαιοδοξία είχαν εκτοπίσει, αν και, σύντομα, σημείο είχε
φωτεινό περί του αντιθέτου, όταν η γυναίκα υποτίμησε ειρωνικά
τα υποδήματά του και παρ’ ολίγο να την καθυβρίσει, όμως η
ζήτηση των γυναικών, ευκαιρίας συγχωροχάρτι έδωσε.
Οι μέρες των διακοπών παρήλθαν, και εις την πρωτεύουσαν
αντάμωναν. Κατά τας συναντήσεις τους η γυναίκα αξίωνε
από τον άνδρα να την κερνά, εδιαμαρτύρετο δε διά τον
ηδονισμόν του, το χαμηλόν του εισόδημα και την έλλειψιν
σπουδών. Ακόμη, και εις τον εναγκαλισμόν ερωτούσε γιατί δεν
εσπούδασε. «Δεν μπορώ να κάνω δέκα πέντε φορές έρωτα τη μέρα, θέλω έναν άνδρα δίπλα μου!» φώναζε αγανακτισμένη. Δεν έκλεισαν τας δέκα αι  συναντήσεις των, και ο ανήρ μήνυμα
εις την γυναίκα έστειλε.
«Δυστυχώς η τέχνη και το διάβασμα, ουδέποτε εχέγγυα ηθικής και έρωτος απετέλεσαν. Παραιτούμαι ως εντελώς ακατάλληλος διά πάσαν χρήσιν».


--------------------------------------------------------------------------------------


Το στέρνο ψάχνω της παραμυθίας,
τα μάτια μου εκβάλλουν Δνείπερους,
να αποκαρώσει η ψυχή να γαληνέψει.

Ρότα θλίψης ακλουθώ
δίχως παρέκκλιση ουδεμία,
του αποχαιρετισμού η παραμυθία γνέφει.


----------------------------------------------------------------------------
                         Ανδρισμού συνέπειαι               

«Από έφηβο την σκέψη μου απασχολείς», και έναν στίχο του
Καβάφη, απήγγηλε στην κατά πολύ μεγαλύτερη του, ευσταλή,
με κοντή αγορίστικη κόμη φιλόλογο, ο τριανταεξάχρονος
σύνοικός της.
Αυτή γενναιόδωρα τον αντέμειψε, ενημερώνοντας υιό και
σύζυγο, με τις γνωστές δια τον θαυμαστήν συνέπειες των ύβρεων
και των απειλών.
Αυτά εδιηγείτο ο τριανταεξάχρονος σε γνωστούς ομοφύλους του,
όταν επηρεασμένος από το θέμα, εις εξ αυτών επαραπονέθη,
πως η γυναίκα του ήταν ψυχρή και συνευρίσκονταν με παρακάλια,
υποσχέσεις κι ανταλλάγματα, δυό φορές τον μήνα. Θα είχε δε
νυμφευθή την Ανθή, εάν δεν του έκανε, από την αρχή που την εγνώρισε,
στοματικό έρωτα εις τον ανελκυστήρα, πράγμα απρεπές, που τον
απέτρεψε, αλλά με νοσταλγία θυμόταν.
Στην παρέα ήταν και ένας φοιτητής εικοσάχρονος που εξέφρασε
την άποψη , πως γυναίκα που συνευρίσκεται με άνδρα από το
πρώτο βράδυ, ακόμη και χωρίς ιδιοτέλεια χρηματική , παρά
μόνο το κίνητρο της έλξης, πουτάνα ονομάζεται.
Υπήρξε και άλλη κατάθεση ανδρός για μία Σεβαστιανή, ανώτερη
του κράτους υπάλληλο εκ Κερκύρας, η οποία ούτε χρήματα ούτε
παιδιά εζητούσε, περίπτωσις αρίστη και σπανία! Όμως την
συνεύρεσιν απέκλειε ανενδότως, και μάλιστα διερωτάτο εάν η
φύση την όρισε.
Επιστρέφοντας σπίτι ο τριανταεξάχρονος, μετά από όσα είπε
και άκουσε, πήρε την πέννα και έγραψε:
Το γάλα που πίνουν από βρέφη, ανεραστία λέγεται! Nα πιούν,
να θεριέψουν, να σπουδάσουν της γνώσης έμποροι, καταναλωτές,
τρανοί πλιατσικολόγοι, τοκογλύφοι, συλητές.



----------------------------------------------------------------------------------


Φρούτων χυμούς ο χρόνος να ρέει
σε στάχυα, θερμοκήπια, μποστάνια, ελαιώνες,
αργά η συγκομιδή να γίνεται με ξάπλες στους λειμώνες.
Καπνό, λάδι, κρασί στις πληγές να βάζουμε,
νερό μπόλικο στο σώμα το ιδρωμένο από άσκηση,
από φιλιά,
συζητήσεις ατέρμονες μετά του ήλιου την ήττα,
ροχαλητά τα πρωινά θα δονούν
σε κοινότητες αγροτικές, κοινοκτημονικές,
με βιβλιοθήκες και έρωτα ελεύθερο.


-----------------------------------------------------------------------


Στις όχθες ποταμού, σε φύλλων συρροή επάνω, τα ρούχα,
τα μαλλιά της, γυναίκα νέα εσυμμάζευε. Με ένα φιλί τον
συνοδό της αποχαιρετά, «το Σάββατο» αποκρίθηκε,
και εχάθη στην νόμιμη οδό της χρόνιας επαφής της˙
επαφής που ξεθώριασε, και η κοπέλα κόντρα στο ρεύμα
περί πίστεως ηθικής, τον άνδρα έψαχνε στον λόγο, στην
αφή.
Ημέρες επερνούσαν με συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα
εφήμερα, την διαφορετικότητα το θηλυκό εγεύετο, ώσπου
ένας άνδρας την απέσπασε, και   να  δοκιμασθή  εκ  νέου  από
τον χρόνο, θέλησε μαζί του.
Η συχνότης την σαγήνη εσυρρίκνωσε, στο άλλο την
γυναίκα ώθησε. Σε περιπτύξεις νέες εδινόταν! Το καινούριο
εχαιρόταν, το παλαιό διατηρούσε, ανακαλύπτοντάς το πάλι
μέσα από το καινούριο, καινούριο καθιστώντας το
συγκλονισμένη.


----------------------------------------------------------------------


Τα κοκκινόσαρκα νεκταρίνια σου δαγκώνω τα ετοιμόχυμα,
τα μαλλιά σου στο γιαλό ανεμίζουν,
ώσπου η γυμνότης στη θάλασσα παραδίδεται.
Τις ρώγες σου αγγίζω, την άλμη από τα σκέλη σου ρουφώ.
Της γυμνότητος έκσταση αξεπέραστη έξη.
Η τραχύτης των οσμών σου,
την αποχή της σάρκας σου εξιλεώνει,
ο λόγος τους χυμούς στραγγίζει
στο νου που αναριγά.


-------------------------------------------------------------------------


«Ο Δημήτρης μου άρεσε, όταν μαζί με τον Γρηγόρη μου πρωτομίλησαν, μιά μέρα που περπατούσα στην παραλία. Τον Γρηγόρη προτίμησα που σιγουριά με γέμιζε και όπως βλέπεις είμαι μαζί του ακόμα».
Αυτά είπε η Αμαλία σε άνδρα ευπορώτερο που τον
εκαλοκοίταζε, αλλά φιλήδονο και για οικογένεια ούτε να
ακούσει.
Επλάγιασε μαζί του μερικά βράδυα, μήπως τον εδελέαζε
τις απόψεις του να εγκαταλείψει, από το φόρεμα της πίσω
να συρθή, όμως τον άνδρα μανιωδώς η αίσθηση ενδιέφερε,
και η Αμαλία στην σιγουριά της ετραβήχθη, την ευκαιρία
περιμένοντας.
Η ευκαιρία δεν ερχόταν και δίλημμα εις τον Γρηγόρη ετέθη:
«οικογένεια ή φεύγω». Ο Γρηγόρης για προθεσμία την
Αμαλία εκλιπαρούσε η οποία εσυμφώνησε·
αλλά πριν η προθεσμία εκπνεύσει, πατέρα βρήκε και
ανεχώρησε.


--------------------------------------------------------------------------


Στην κίνηση, στο γέλιο,
στο νάζι, στο μειδίαμα,
του κοριτσιού η έκφραση φωνάζει,
για να σου κάθομαι θα με χρυσώνεις, θα με φροντίζεις,
θα καταργήσεις το όχι από το λεξικό σου.
Τα αγόρια πρόθυμα, υποτακτικά, ασχημονώντας,
χρυσάφι κουβαλούν στων κοριτσιών τα σκέλη.
Έτσι ανατρέφει τα παιδιά η αγία ορθόδοξη,
αποστολική, χριστιανική οικογένεια.
Γονείς και δάσκαλοι προαγωγοί,
σε γυμνάσια ακρισίας, απληστίας, ανταγωνισμού,
τα παιδιά υπονομεύουν.
Αθώοι οι την ηρωίνη εμπορευόμενοι. Να βγουν.
Γονείς και δάσκαλοι να κρεμαστούν.
Στα πέλματά μου όταν δεν τα’ χω πλύνει,
αν δεν γράψτε λογοτέχνης, αν δεν γράψτε ποιητής,
ούτε επίδοξος της τέχνης θαυμαστής,
αποκούμπια εκτόνωσης ζητώ,
μου στερείτε τον αέρα, το νερό,
διώκοντας σωμάτων πόθους των ψυχών ελιξήρια.
Όποιος τους ανθρώπους αφανίσει,
θα έχει ηθικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά μεγαλουργήσει.


-------------------------------------------------------------------------------------
                                                     Ο μητράδελφος

«Να κοιτάς την δουλειά σου και τίποτε άλλο», είπε ο πατέρας
στον δεκαπεντάχρονο. «Να υπομένεις την εχθρότητα», ο
ιερέας εμύνησε. «Απέκτησε γνώση όση μπορείς, η γνώση ακριβά πουλιέται», ο καθηγητής εκήρυττε, και όλοι μαζί:
«μακριά η σκέψη σου από τις κοπέλες, μην αυνανίζεσαι, πρώτα τα μαθήματα και η σταδιοδρομία».
Καταιγισμός πυρών στον άμοιρο τον έφηβο. Καλά που υπήρχε
της μητέρας του ο αδερφός, ένα υποκείμενο περιθωριακό δια την
κοινωνίαν, το οποίον ησχολείτο με κολύμβηση, βιβλία, και ήτο
των λάβρων στεναγμών βαρδιάτορας. Ο βαρδιάτορας τον
νεαρό αφουγκραζόταν, εξεμέευε, αλλά και από αυτόν εμπνεόταν,
ενώ ταυτόχρονα η οικογένεια, η θρησκεία, η εκπαίδευση,
επιχειρούσαν τον νέο να μπολιάσουν με τις αρετές της
σκοπιμότητός τους.
Ο βαρδιάτορας δεν άργησε να απαντήσει.
«Να ενδιαφέρεσαι για τους άλλους, διότι εάν το σύνολο, εις το οποίον ανήκεις, χωλαίνει, εσύ δεν θα αποτελέσεις εξαίρεση. Σε όποιον σε θίγει να αντιδράς χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι κρατάς την αυτοεκτίμησή σου ακέραιη, ώστε η κρίση σου κοφτερή να επιλέγει εκείνους που έχουν καλή βούληση απέναντί σου. Η ανοχή στην ενόχληση σε αλγολαγνεία εξελίσσεται, η οποία την αδικία, την βία διαιωνίζει, με άλλοθι την θεϊκή τιμωρία σε έναν κόσμο άλλο. Όταν σε φιλούν θα φιλάς κι όταν σε κτυπούν θα κτυπάς. Η γνώση σε όλους εκτίθεται αλλά διαφεύγει. Όλοι δεν κατέχουν την ίδια γνώση, κατέχουν όμως άλλη· γι’ αυτό η γνώση πρέπει να παρέχεται ως κοινό αγαθό, δίχως να απαιτεί εξουσία και πλούτο. Η αμοιβή της γνώσης δεν μπορεί να είναι άλλη από μία κοινότητα αλληλέγγυα, αυτάρκη που την ζωή θα προτάσσει, αναγνωρίζοντας το φυσικό περιβάλλον, αποφυλακίζοντας το σώμα και το ερωτικό ένστικτο των ανθρώπων».
Αυτά ο δεκαπεντάχρονος άκουγε εξεταστικά από τον μητράδελφό του, ώσπου ένα περπάτημα λικνιστικό την προσοχή τους απέσπασε.




---------------------------------------------------------------------------------------


Περνώντας περιμένεις.
Η ανάμνηση πότε με το μαστίγιο του βασανιστή,
πότε με του στωικού το θράσος καλοσύνης ανώμαλης,
διπρόσωπη τυράγνια που αργά το θύμα της σωριάζει.


Στον απολογισμό σου εγώ θα είμαι έξω,
της αβεβαιότητος χερνήτης, λαθροθήρας,
λεξιθήρας, σαρκαστής.
Στον χρόνο που απομένει θα χαράζει και θα δύει,
η αύρα μου τον κορνιαχτό σου σείει,
που σαν όστρια τα Αροάνια ροβολά.
Κι όταν οι νότες θα σιγήσουν,
δυό δάκρυα την παλάμη σου θα κλείσουν,
που δεν θα τραγουδήσω πια.

Ανατολή φυγής Γ μέρος 2001-2010

Τι κι αν δεν έχεις άμαξες ασημένιες; ο ήλιος ανατέλλει, δύει,
η θάλασσα λικνίζεται, στους βράχους ρίχνεται, το πράσινο ο
ορίζοντας απολαμβάνει. Σώματα! Σώματα! Αφές! Αφές να
νοιώσεις, να αποκαλύψεις μορφασμούς στους οργασμούς της
έλξης, κατόπιν λόγου παιγνιδιών που την αίσθηση φουντώνουν.
Ποια σώματα μου αναφέρεις μωρέ Ζαχαρία; Τα πεθαμένα; Τα
σώματα οι άνθρωποι τα έχουν για να δουλεύουν σαν είλωτες
και να ικανοποιούν ψεύτικες επιθυμίες υλικές, όσο για τις αφές
και τους οργασμούς , από πολύ νωρίς παραιτούνται (εάν ποτέ
τους ένοιωσαν), επιμένοντας, πως η ζωή προχωρεί με έναν
σύντροφο ερωτικό, αν και οι ίδιοι ομολογούν, ότι παύουν να
είναι ερωτευμένοι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά η
αγάπη της ασφάλειας ή η ασφάλεια της αγάπης μένει, μαζί με
την υπερβολικά δοσμένη σημασία της τεκνογονίας, που
υποκρινόμενοι, δίχως να νοιάζονται γι’ αυτούς που φέρνουν,
θεωρούν υπέρτατο σκοπό, υποτιμώντας, αγνοώντας, και
ουσιαστικά καταργώντας την μήτρα προέλευσή της.
Κατηργήθη πάσα έννοια, παντού βρωμά εργασία και οικογένεια.
Αυτές είναι οι απολαύσεις τους.
Εχεις δίκιο Τρύφωνα. Η μονογαμία σύντομα σε αποχή καταλήγει.
Φαντάζεσαι της δυστυχίας τους το κενό; Το οποίο
αντιλαμβάνονται, αλλά δεν είναι σε θέση να καλύψουν, αφού το
σώμα τους και η σαρκική διάθεση νεκρώνονται παιδιόθεν.
Όποιος για εναλλαγή ερωτικών συντρόφων τους μιλήσει,
στιγματίζεται ως ανήθικος, ανώμαλος, απομονώνεται.
Η κοινωνία τοποθετεί την ηθική στο σώμα και την ερωτική
συνεύρεση, για να την αποσύρει από εκεί όπου τίθεται
πραγματικό ηθικό ζήτημα, τον τρόπο του βιοπορίζεσθαι·
αφήνοντας αχαλίνωτο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, να
εκτρέπεται σε άπληστο κίνητρο εγκλήματος. Έτσι λοιπόν δια
την κοινωνίαν, ανήθικο δεν θεωρείται να έχει κάποιος δέκα σπίτια,
χιλιάδες στρέμματα, να αλλάζει κάθε τόσο αυτοκίνητα, να παίρνει
εκατομμύρια πετώντας κόκκαλα στους άλλους, να βρωμίζει τον
αέρα, τα νερά· ανήθικο θεωρείται, να χαίρεται κανείς τον έρωτα
αλλάζοντας συντρόφους, και βέβαια, το λάβαρο της ηθικής
αυτής σηκώνουν οι ιερείς , τα δεκανίκια της βίας, της αδικίας!
Όμως και οι διανοούμενοι πλην ελαχίστων, υπονομεύουν την
εναλλαγή ερωτικών συντρόφων ως υποδεέστερη, ανάγοντας την
ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες σε μέγιστη
ευχαρίστηση, υποκύπτοντας στο υπερτροφικό υπερεγώ, που, και
αυτοί κουβαλούν, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα βιβλία κι αν
διαβάσουν.
Τρύφων: Ζαχαρία, οι άνθρωποι έχουν χοντρό πρόβλημα με το
σώμα τους, τις λειτουργίες του και την ερωτική πράξη!τόσο
χοντρό, που, στα κολυμβητήρια που πηγαίνω, ντρέπονται να
πλύνουν τα γεννητικά τους όργανα και τον πρωκτό τους, γιατί
οι κινήσεις πλυσίματος ομοιάζουν με αυτές τις σεξουαλικής
αυτοϊκανοποίησης, γι’ αυτό μπαίνουν άπλυτοι μέσα στις πισίνες,
με ότι αυτό συνεπάγεται. Η γυμνότητα αντιμετωπίζεται ως
αδίκημα ακόμη και στα αποδυτήρια.
Οι γονείς που φέρνουν τα παιδιά τους στα κολυμβητήρια, τα
γδύνουν και τα ντύνουν, λόγω ελλείψεως αποδυτηρίων ανηλίκων,
στον ίδιο χώρο με τους ενήλικους, κι αν τύχει να δουν κανέναν
ενήλικο γυμνό στα αποδυτήρια, τσιρίζουν, τον προσβάλλουν
με την γνωστή μομφή και άλλα υστερικά. Σε ένα ανοικτό
κολυμβητήριο των Αθηνών στο Γουδί, το 2002, όταν τελείωσα την
κολύμβηση και βγήκα έξω από την πισίνα, άρχισα να κάνω
διατάσεις για την μέση, και τότε εμφανίσθηκε ο υπεύθυνος
ναυαγοσώστης, και μου είπε, ότι αυτό που κάνω απαγορεύεται, και
ότι σύμφωνα με τον κανονισμό, βγαίνοντας από το νερό της
πισίνας δεν καθόμαστε καθόλου έξω, ούτε για να μας δει ο ήλιος,
αλλά πάμε κατευθείαν στα αποδυτήρια. Στο ίδιο κολυμβητήριο επίσης, μετά από δώδεκα
χρόνια περίπου, κάποια μέρα που ήμουν γυμνός στα αποδυτήρια ενηλίκων, και ετοιμαζόμουν να
ντυθώ, ένας συναθλητής γύρω στα σαράντα πέντε με πενήντα, μου έκανε παρατήρηση,
επειδή ήμουν γυμνός μπροστά σε εφήβους ( οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν πάει κάλλιστα 
στα αποδυτήρια ανηλίκων ). Και όταν τον ρώτησα, << τι κακό έχει το ανθρώπινο σώμα και η φύση
που το εδημιούργησε >>, εκείνος μου απάντησε, πως αυτά τα λένε οι ομοφυλόφιλοι. Καμάρωσε επίπεδο! Ορθόδοξο Ισλάμ!  Σε ένα άλλο κολυμβητήριο εκτός Αθηνών, όταν βγήκα με
το μαγιό από τα αποδυτήρια και πήγα στο κυλικείο να ψάξω
την ομπρέλα μου που την είχα χάσει, τρεις γονείς
διαμαρτυρήθηκαν δια την περιβολήν μου, όταν δε τους εζήτησα
τον λόγο, μία μητέρα μου είπε πως ο κανονισμός ρητά αναφέρει,
ότι στους χώρους του κολυμβητηρίου πρέπει να κυκλοφορούμε
εφ’ όσον είμαστε με το μαγιό, φορώντας από πάνω μπουρνούζι,
ενώ ένας ευυπόληπτος οικογενειάρχης με απείλησε με ξυλοδαρμό
λέγοντάς μου: «δεν μπορώ να βλέπω τον κώλο σου ρε μαλάκα».
Φαντάσου Ζαχαρία πως διαπαιδαγωγήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι,
πως διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους και πως μία κατάσταση
διαιωνίζεται.
Ζαχαρίας: Να σου πω εγώ τι έπαθα με τον διαχειριστή της
πολυκατοικίας καθηγητή πανεπιστημίου της ιατρικής,
όταν ένα βράδυ κτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός μου
κάτι να με ρωτήσει, και εγώ εκείνη την ώρα γυμναζόμουν και
ήμουν γυμνός από την μέση και επάνω˙ ανοίγω την πόρτα και
με ύφος θυμωμένο και επιτακτικό ο καθηγητής εφώναξε:
«Βάλε κάτι επάνω σου, δεν είμαι καμιά πουτάνα να με υποδέχεσαι έτσι». Μεσαίωνας Τρύφωνα. Μεσαίωνας! Εδώ η
αφόδευση και η ούρηση, κενώσεις σωτήριες που ανακουφίζουν,
χλευάζονται και χρησιμοποιούνται ως ύβρεις, μαζί με τα
γεννητικά όργανα και την ερωτική πραξη. Οι άνδρες προτιμούν
να πεθάνουν από καρκίνο του προστάτη παρά να διαπερασθούν
από το δάχτυλο του ουρολόγου κατά την εξέταση. Καλά που
υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια, εξέταση αίματος για τον προστάτη.
Μιά που ανέφερα τον προστάτη, πρέπει να σου πω ότι εδώ
κρύβεται μιά μεγάλη αλήθεια, που η κοινωνία ευλόγως, σύμφωνα
με την παράλογη λογική της, αποσιωπά: ότι κάθε άνδρας είναι από
κατασκευής διαπερατός ερωτικά, διότι το νεύρο της στύσεως
που ευρίσκεται σχεδόν επάνω στον προστάτη, εντοπίζεται και
αγγίζεται με την διείσδυση οιουδήποτε αντικειμένου μέσα στον
πρωκτό του ανδρός. Έτσι με την διείσδυση αγγίζουν το νεύρο
της στύσεως του ανδρός, αυτό ερεθίζεται, έχουμε ηδονή, στύση
πέους, ίσως και εκσπερμάτωση.
Άρα κάθε άνδρας είναι διαπερατός ερωτικά. Βέβαια υπάρχει
κι άλλη αλήθεια η οποία αφορά την υγιεινή, που πάλι
αποσιωπάται· ότι ο προστάτης και το νεύρο της στύσεως
συνορεύουν με την περιοχή των εντέρων, που όπως γνωρίζουμε
αποτελεί εστία μικροβίων, και έτσι κάθε διείσδυση στον πρωκτό
του ανδρός,μπορεί να μεταφέρει μικροβιακές ουσίες από την περιοχή των
εντέρων στον προστάτη, με αποτέλεσμα χρόνια φλεγμονή του
προστάτη με πιθανή δυσάρεστη εξέλιξη. Τα ήξερες αυτά
Τρύφωνα; Εγώ τα πληροφορήθηκα μετά τα τριάντα πέντε μου.
Ποιος να μας τα πει; Οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι γιατροί; Εδώ
αποκρύπτουν πως ερχόμαστε στον κόσμο. Η παράλογη,
ανήθικη ηθική τους που μόνο την κατανάλωση υπηρετεί,
υπονομεύει την ψυχική και σωματική τους υγεία, οπότε τι μπορεί
να περιμένεις απ’ αυτούς; Όσο για τους επιεικώς θρασείς που
διατείνονται ότι οι άνθρωποι έλυσαν τα ψυχολογικά τους
προβλήματα και απελευθερώθηκαν σεξουαλικά, ή ζουν σε άλλον
πλανήτη, ή πληρώνονται γι’ αυτά που λένε, ή είναι τόσο
βουτηγμένοι στον βόθρο της αγοράς και του κέρδους, που την
επιστημονική εμπορευματοποίηση του σώματος και του έρωτος
μέσω του θεάματος, την αποκαλούν απελευθέρωση.
Είναι ποτέ δυνατόν το σύστημα να αρνηθή την πεμπτουσία του;
Να συντρίψει τον θεμέλιο λίθο που το στηρίζει;
Εδώ τα επιστημονικά επιτελεία του επενόησαν και έριξαν ιό,
για να σβήσουν την σπίθα που άναψε την δεκαετία του 1960,
και να απομακρύνουν έτσι τον κίνδυνο παρέκκλισης των
ανθρώπων από την κατανάλωση και την εξοντωτική πολύωρη
εργασία που αυτή απαιτεί.
Τρύφων: Το ξέρω. Η ζωή μας χαραμίστηκε από τους ανέραστους.
Μήπως δεν είμαστε άνθρωποι;
Ζαχαρίας: Ίσως, εάν είναι άνθρωποι αυτοί, τότε εμείς δεν είμαστε
και εάν είμαστε εμείς, τότε αυτοί δεν είναι.
Τρύφων: Δεν με ενδιαφέρει φίλε, τους χαρίζω την ανθρωπιά που
καταργεί την απόλαυση και στην θέση της τοποθετεί την πλήξη,
τον κόπο, το αλληλοφάγωμα.
Ζαχαρίας: Έτσι είναι. Φταίει όμως και η φύση που είναι ανεκτική
με τους ανθρώπους, επιτρέποντάς τους να την αγνοούν
χλευάζοντας, υπονομεύοντάς την, αργώντας πολύ να εκδικηθή.
Τρύφων: Ναι βέβαια, με το ζωικό βασίλειο η φύση είναι πιο
αυστηρή και τιμωρός γρήγορη. Το ζωικό βασίλειο με ελάχιστη
πρόσβαση στην νόηση, αποδεικνύεται λιγότερο φονικό από
τον άνθρωπο , ο οποίος μπορεί να εξολοθρεύει μαζικά, ενώ τα
ζώα αδυνατούν, όπως επίσης τα ζώα δεν διανοούνται να
ενοχοποιήσουν το σώμα τους και τις λειτουργίες του, ούτε να
πνίξουν τις ορμές τους και να τις εμπορευθούν κατόπιν, όπως
κάνει ο κατ’ εικόνα και  καθ’  ομοίωσιν θεού άνθρωπος. Μήπως θα
έπρεπε να επανεξετάσουμε τον ρόλο της νόησης δια την οποίαν
επαίρονται ότι υπερέχουν έναντι του ζωικού βασιλείου;
Άξια μομφής μέχρι τώρα η χρήση της, την επιστήμη στο έγκλημα
επέφερε, την ευχαρίστηση ποινικοποιώντας.
Ζαχαρίας: Πόση νόηση χρειάζεται την νόηση να κρίνεις, να
απομυθοποιήσεις; Ο Αριστοτέλης, ο Ζήνων ο Κιττιεύς, ο
Σωκράτης, συνέδεσαν την νόηση με την αρετή. Ενδιαφέρουσα
σύζευξη κατά την οποίαν και κατά τον Ζήνωνα τον Κιττιέα,
σοφός είναι ο ενάρετος, δηλαδή αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος,
φιλόδοξος, φίλαρχος, και όχι ο έχων πολλές γνώσεις. Βάσει λοιπόν
του ορθού λόγου δεν μπορεί παρά ο καλός να είναι έξυπνος
και ο έξυπνος καλός. Εύγε στον Αριστοτέλη, τον Ζήνωνα και
τους άλλους αρχαίους φιλοσόφους, που συνυφαίνουν την
εξυπνάδα με την ηθική για το κοινό καλό. Πολύ έξυπνο! Όμως
πόσο ορθός μπορεί να είναι ο λόγος και πόσο ενάρετη η αρετή,
όταν απαξιώνουν, αγνοούν και απαγορεύουν το μισό είναι των
ανθρώπων, δηλαδή την αίσθηση και το σώμα, καθιστώντας
αυτούς ανάπηρους;
Πολλοί φιλόσοφοι αρχαίοι και μεταγενέστεροι, αναγνωρίζουν
και θεοποιούν ως μοναδική φυσική λειτουργία που προάγει τους
ανθρώπους, την νόηση, πότε υποτιμώντας και πότε βρίζοντας
την αίσθηση και το σώμα.
Έτσι διαμορφώνουν μία νόηση που αντιστρατεύεται τον ορθό
λόγο, αφού παραβλέπει την φύση, απαγορεύοντας το αισθάνεσθαι
και την πολυδιάστατη, εναλλακτική, πολυγαμική φύση του·
μία νόηση κολοβή, διεστραμμένη, σαν αυτή που οδηγεί το
ανθρώπινο είδος εδώ και κάποιες χιλιάδες χρόνια «πολιτισμού»
αποτροπιασμού.
Τρύφων: Τώρα που η χώρα χρεοκοπεί, θα χρειασθούν οι νεοέλληνες
την φιλοσοφία· το είχαν παρακάνει με την χλιδή, την ξιπασιά,
την αμορφωσιά του ατομικισμού τους, που τους κάνει να πιστεύουν
ότι καθένας τους μπορεί να συνεχίζει να περνά καλά, ενώ ψοφάνε
χίλια αρνιά. Ας τους βοηθήσουν οι αξίες και τα ιδανικά τους.
Να ιδώ τι θα κάνουν τα γύναια.
Ζαχαρίας: Ότι έκαναν πάντα· θα πουλιούνται στους αγοραστές
βιαστές τους, μόνο τώρα λόγο φτώχειας θα πουληθούν αντί
πινακίου φακής, όπως πριν από δεκαετίες γινόταν.
Τρύφων: Τι τα θες, η θέση της γυναίκας στον εκμεταλευτικό
πολιτισμό, δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της ιεροδούλου.
Αφού οικογένεια και σχολείο αποκόψουν το κορίτσι από το
ερωτικό ένστικτο, το ωθούν ύστερα στην διαπραγμάτευση του
άδειου από επιθυμία σώματός του για τα γνωστά κίνητρα,
μετατρέποντας την γυναίκα σε εμπόρευμα, και μάλιστα το πιο
ακριβό, δυσεύρετο και δύστροπο εμπόρευμα της αγοράς.
Ζαχαρίας: Όμως και ο άνδρας δεν είναι αθώος. Θεωρεί δεδομένο
ότι θα εξαγοράσει δια της χλιδής και των αξιωμάτων του την
αγκαλιά που δεν τον θέλει, οναμαζόμενος επαξίως, δωροδόκος
βιαστής. Ξέρεις Τρύφωνα, είναι λιγότερο σπάνιο να γνωρίσεις
γυναίκα που να μην την ενδιαφέρει ο υλικός πλούτος, από το
να γνωρίσεις γυναίκα σαρκική, τους άνδρες να ποθή ως φύλο,
και όχι ως χρήμα και ως μέσον που θα την οδηγήσει στης
μητρότητος την κοινωνική καταξίωση. Την γυναίκα αυτή
πόρνη την αποκαλούν, ενώ την ανέραστη που διαπραγματεύεται
με τον πλούσιο γαμπρό και τον καλό δουλευτή, γιατί οι πλούσιοι
δεν επαρκούν για όλες, την αποδέχονται ως ηθική, ιδανική
γυναίκα.
Τρύφων: Μόνο η απελευθέρωση του σώματος και του ερωτικού
ενστίκτου με την πληρότητα που παρέχουν, θα σπρώξουν τους
ανθρώπους να αποδώσουν χρηστική σημασία στα αναγκαία
δια την ζωήν υλικά αγαθά, ως εργαλεία και μέσα δια την ζωήν
και όχι ως αυτοσκοπόν της. Τότε τα φύλα θα ομονοήσουν,
άνδρες και γυναίκες θα ασχοληθούν με την σεξουαλικότητά τους,
και με την πνευματικότητα που αυτή προάγει, ανακαλύπτοντας
χαρές διαφορετικές από τις άχαρες χαρές με τις οποίες
«χαίρονται» μέχρι τώρα. Ρίγη έρωτος βολιδοσκοπούν το θείο.
Ζαχαρίας: Εις το όνομα της Λαγνείας που δεν χαρήκαμε.
Τρύφων: Αμήν.


-------------------------------------------------------------------------------------


Ο τόπος είχε δάση,
ρυάκια από ψηλά βουνά,
νησιά γαλαζοπράσινα, ασπροντυμένα,
με ήλιο, με σιωπή, με νέφη ομονοούν,
ο εκνεφίας την θέλξη εκστασιάζει!

Απόκληροι σοφών τον τόπο αμαυρώνουν.
Θεσσαλονίκη την ομορφιά σου
δεν έθιξαν ίβηρες, ετρούσκοι, φλαμανδοί,
στην ασχημία σε κατέδωσαν γραικοί.


-----------------------------------------------------------------------------
                                               Ο εγγονός

«Αν γεννιόσουν από φτωχούς γονείς δεν θα σκεφτόσουν έτσι και δεν θα τα έλεγες αυτά, γιατί τα παιδιά των εργατών και των υπηρετριών ήταν πρώτοι μαθητές, και αργότερα στη ζωή τους προσπάθησαν να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνίας, ώστε σήμερα να είναι γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι. Θυμάμαι τον κυρ Σταύρο που έλεγε: «κύριε Μάνο μπορεί εγώ να κουβαλούσα τσιμέντο σε όλη μου τη ζωή, αλλά η κόρη μου βγήκε φιλόλογος και ο γιος μου μικροβιολόγος». Όχι σαν εσένα που
τα είχες όλα, και δεν πείνασες, δεν κρύωσες, δεν είδες να υποτιμούν
τους γονείς σου, γι’ αυτό δεν θέλεις να δουλέψεις και να κάνεις
κάτι στη ζωή, αντί να μιλάς για λίγες υλικές ανάγκες και για
έρωτες». Έτσι εδιαμαρτύρετο ο εύπορος παππούς στον εγγονό του
που δεν στερήθηκε , δεν μειώθηκε και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο
δεν έσερνε μέσα του τα μικρόβια των συμπλεγμάτων της
κοινωνικής ανόδου και της περιουσίας-απληστίας. Όχι πως τα
παιδιά των ευπόρων υπολείπονται σε ματαιοδοξία, υπεροψία,
σκληρότητα, αλλά, όταν είσαι χορτάτος, μπορείς πιο εύκολα να
δεις πέρα από τον ασφυκτικά περιορισμένο ορίζοντα των ανθρώπων,
που είναι ο ορίζοντας της χλιδής και των αξιωμάτων. Είναι ντροπή να
κουβαλείς τσιμέντο; Να φτιάχνεις ψωμί, να μαζεύεις σκουπίδια, να
διορθώνεις βρύσες, να μεταφέρεις υλικά αναγκαία δια την ζωήν;
Ώστε να ντρέπονται οι χειρώνακτες,  και   να    πρέπει να φύγει
οπωσδήποτε η ρετσινιά του κτήστη ή του κηπουρού από το παιδί τους
σπουδάζοντάς το; Άρα δεν σπουδάζουν δια την χαράν της γνώσεως και το άνοιγμα του μυαλού,
το βάθεμα της κρίσης, την καλλιέργεια της ψυχής, πράγματα που
μπορούν να επιτευχθούν παράλληλα με οιοδήποτε
λειτούργημα-απασχόληση του ηλεκτρολόγου, του κτίστη,
του φορτωτή, του αγρότη, του γιατρού, φτάνει να υπάρχει θεώρηση
της ζωής από άλλη οπτική γωνία και ελεύθερος χρόνος, αλλά
σπουδάζουν για να κυριαρχήσουν, να αδικήσουν, να πλουτίσουν. Η
γνώση από κοινωνικό αγαθό για όλους, μετατρέπεται σε βρώμικο
εργαλείο που διχάζει, αποκλείει, εγκληματεί, χλευάζοντας το
αναγκαίο, εκθειάζοντας το περιττό. Ο εγγονός απέφευγε από παιδί
ότι δεν τον ενδιέφερε και επομένως του προξενούσε άδικο κόπο.
Του άρεζε να φιλά τα κοριτσάκια στο στόμα, αν και τα σαρκώδη του
Γιάννη χείλη στην έκτη δημοτικού δεν τον άφηναν αδιάφορο, κι
έτσι στην πρώτη γυμνασίου που καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο,
περνούσε προσεκτικά το χέρι του πίσω, και μέσα από το παντελόνι
άγγιζε του Γιάννη τους γλουτούς. Του άρεζε να ακούει τους μεγάλους
να συζητούν για την δικτατορία του 1967, για τους Βούλγαρους, τους
Τούρκους, τους κομμουνιστές που ήθελαν να βγάλουν τους πλούσιους
από τα σπίτια τους για να μπουν αυτοί μέσα. Όταν έβλεπε τους
οικοδόμους με τα μαντήλια δεμένα στο κεφάλι, να τραγουδούν
ανεβασμένοι στις σκαλωσιές, κτυπώντας τα σφυριά, γοητευόταν τόσο,
που μιά ακατανίκητη συγκίνηση νότιζε τα μάτια του, για την
παλικαριά των ανθρώπων του μόχθου που κινδυνεύουν
περιφρονημένοι, με στερήσεις διάγοντας, και έλεγε μέσα του:
«Σφάξτε τους πλούσιους, κι εγώ μαζί σας». Αργότερα κατάλαβε
πόσο οι περιφρονημένοι λαχταρούν να μοιάσουν τους περιφρονητές
τους.Ακόμη κι αν τους έσφαζαν θα το έκαναν για να πάρουν τη θέση τους,
και τίποτε παραπάνω. Μεγαλώνοντας ο εγγονός ως μαθητής ήταν
κακός, παρ’ όλες τις βοήθειες που του παρείχαν με δασκάλους στο
σπίτι, με την ανάλογη βέβαια υπονόμευση της μείωσης του ηθικού
του από τους γονείς, ως συνήθως με τους γονείς γίνεται, όταν το
παιδί δεν είναι καλός μαθητής.
Κατά την εφηβεία οι ορμές πίεζαν φοβερά, η φτώχεια των ηδονών
της κοινωνίας απερίγραπτη, και ο εγγονός στα δέκα έξι του οδηγείται
σε «απόλαυση» αγοραία. Βγαίνοντας στην επιβίωση, έβλεπε πως
του έτρωγε όλο τον χρόνο, και από την άλλη τα κορίτσια να μην
θέλουν να κάνουν έρωτα, παρά μόνο για λεφτά και οικογένεια! και ο
εγγονός σκεφτόταν: «εάν είναι να χάσω τα μάτια μου και το ένα μου πόδι, μη σώσει και πλησιάσω γυναίκα». Η κατάσταση χειροτέρευε.
«Δεν έχει ωράριο αυτό το επάγγελμα» του έλεγαν, όταν
εδιαμαρτύρετο ότι σχεδόν νύχτα πήγαινε στη δουλειά και σχεδόν
νύχτα επέστρεφε από αυτήν, και από την άλλη αγαμία! ατέρμονη
αγαμία! «Η ζωή εις την οποίαν με έφερες είναι αγαμία και δουλειά. Ευθύνεσαι και εσύ βέβαια, διότι στην κόρη σου έλεγες ότι τα κορίτσια δεν έχουν ανάγκη να κάνουν έρωτα όπως τα αγόρια, την απέτρεπες δε να συνδεθή ερωτικά με άνδρες, για να μην της βγει το όνομα και δεν μπορέσει να παντρευτεί. Επίσης της έφερνες παράδειγμα προς μίμησιν την γειτόνισσα, επειδή παντρεύτηκε ένα καλό παιδί που της παρέχει υλική ασφάλεια, ανέσεις. Έχω ακούσει και την γιαγιά να της λέει: «πρόσεχε, οι άνδρες σε πλησιάζουν για να φτύσουν και να φύγουν». Επίσης, η γιαγιά μας έλεγε και το εξής << βαθυστόχαστο>> : << Εάν σε μια οικογένεια ο άνδρας πάει με άλλη γυναίκα, δεν έγινε και τόσο μεγάλο κακό, εάν όμως η γυναίκα πάει με άλλον άνδρα, ατιμάζεται όλη η οικογένεια>>.          Δεν  είστε οι μόνες που τα λέτε αυτά˙ όλες οι μητέρες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ανατρέφουν τις κόρες τους με τις φοβίες που και οι ίδιες ανετράφησαν.
Όσο για τους άνδρες που ενώ επιθυμούν
όλες τις γυναίκες των άλλων, αλλά αγριεύουν εάν πλησιάσει κανείς την γυναίκα τους , την μάνα
τους, την κόρη τους, την αδερφή τους, είναι γνωστή ψυχασθένεια
που την έζησες,την ξέρεις, και δεν θα επεκταθώ». Αυτά είπε μια μέρα
αγανακτισμένος ο εγγονός εις την μητέρα του. Ακόμη και γυναίκες
μεγαλύτερες του κατά δεκαπέντε και είκοσι χρόνια, ήθελαν να ξοδεύει
χρήματα για να πλαγιάσουν μαζί του. Όταν δε, απευθυνόταν σε
γυναίκες πενήντα εώς εξήντα ετών, όσες από αυτές δεν ενδιαφέρονταν για υλικά αγαθά,εθίγοντο και τον φώναζαν αλήτη.
Καλά που υπήρχαν παλληκάρια με τα οποία ο εγγονός συνευρισκόταν,
και έτσι έπαιρνε τους χυμούς της συναισθηματικής πλήρωσης που
χαρίζει η σαρκική απόλαυση, χωρίς να πληρώνει και να υπόσχεται
υποκρινόμενος, όπως κάνουν οι υπόλοιποι άνδρες για να τους κάτσει
γυναίκα.
Οι ομοφυλόφιλοι νέοι γοητεύθηκαν, τον αποδέχθηκαν, τον
ερωτεύθηκαν, τον τίμησαν. Ο εγγονός δεν εκάμφθη από την ομοφοβική
πλύση εγκεφάλου, που υφίστανται τα παιδιά από τους γονείς, τους
εκπαιδευτικούς, τους ιερείς, και ξεδίπλωσε την ομοφυλοφιλική του
διάσταση, δίνοντας διέξοδο στο αδιέξοδο που τον έριχναν οι
ακρωτηριασμένες ενστικτικά γυναίκες από την γαλουχία τους ακόμα.
Εκτός από τους ομοφυλόφιλους με τους οποίους συναναστρεφόταν,
ήρθε σε επαφή και με ομοφυλόφιλες γυναίκες, τις οποίες απεπειράθη
να πλησιάσει ερωτικά, όμως προσέκρουσε στον βράχο άπωσης που
νοιώθουν οι ομοφυλόφιλοι για το έτερο φύλο, κάτι που δεν είχε
καταλάβει από τους ομοφυλόφιλους νέους, αφού ανήκε στο ίδιο με
αυτούς φύλο, και επομένως, μόνο γυναίκες σ’ αυτή την περίπτωση θα
μπορούσαν να εντοπίσουν την άπωση των ομοφυλοφίλων ανδρών
γι’ αυτές.
Έτσι, το ζήτημα που ανοίγεται εδώ , είναι, πως οι ομοφυλόφιλοι,
αποκλείοντας,  λόγω τραύματος το έτερο φύλο, απεμπολούν από το
διανοητικό τους οπλοστάσιο την άποψη, πως κάθε άνθρωπος φέρει
μέσα του την τάση να ερωτευθή και να συνευρεθή με άνθρωπο του
ιδίου φύλου, αρκεί να αρθούν οι διαβολές, περί διαστροφής της
ομοφυλοφιλίας, οι οποίες ταλανίζουν, πληγώνουν και αλλοιώνουν την
φύση της ανθρωπίνης ερωτικότητος.
Οι ομοφυλόφιλοι,  αντί να παλέψουν για την απελευθέρωση της
αμφιφυλόφιλης φύσης του ανθρώπου, δέχονται και αποζητούν, λόγω
της παθογενούς αποστροφής τους προς το άλλο φύλο, που η κοινωνία
προκάλεσε, την γκετοποίησή τους, ζητιανεύοντας ανοχή και ένταξη
από μία κοινωνία, που αφού τους χάραξε ανεξίτηλα, τους περιθωριοποιεί
χλευάζοντας, διώκοντάς τους. Κάθε αποκλεισμός είτε του ετέρου
φύλου, που προέρχεται από την καταπιεστική αναγκαιότητα βιώματος
τραυματικού είτε του ομοίου φύλου, που προέρχεται από την
πειθανάγκη της ομοφοβικής πλύσεως εγκεφάλου που γίνεται επίσημα
από την κοινωνία, ώστε τα λεξικά της να ερμηνεύουν την λέξη
ομοφυλοφιλία ως διαστροφή γενετήσια, παραβαίνει την φύση με
δυσάρεστες δια την ψυχήν συνέπειες. Όσο για τους δήθεν που
ισχυρίζονται πως η κοινωνία αποδέχεται την ομοφυλοφιλία, ας
δοκιμάσουν να αποκαλέσουν σε έναν γονιό το παιδί του ομοφυλόφιλο,
να δούμε τι αποδοχή θα εισπράξουν, όπως, επίσης, ας μας απαντήσουν,
εάν ένας εκπαιδευτικός, ένας ιερέας, ένας δικαστής, ένας στρατιωτικός,
ένας γιατρός μπορούν να δηλώσουν δημόσια πως είναι ομοφυλόφιλοι,
χωρίς να χάσουν τη θέση τους.
Μετά από κάποια χρόνια ο εγγονός βρήκε επιτέλους οκτάωρη εργασία,
όμως σύντομα ανακάλυψε ότι και το οκτάωρο ήταν ανυπόφορο. Δεν
περνούσαν οι ώρες στον ίδιο χώρο, με το ίδιο αντικείμενο, και τους
εργαζόμενους να εξοντώνει ο ένας τον άλλον. Όσες δε τον πλησίαζαν,
έφευγαν γιατί ήταν υπάλληλος. Όταν βρήκε τετράωρη απασχόληση
διανέμοντας εφημερίδα, ξαναγεννήθηκε. Είχε άπλετο χρόνο, όλη η
μέρα δική του. Εγυμνάζετο, εδιάβαζε, ξέγνοιαστα στην παραλία
περπατούσε, μα οι γυναίκες τώρα, ούτε για καφέ δεν έβγαιναν μαζί του.
Ένας πρώτος εξάδελφος του πατέρα του, αριστερός, μεγαλοδικηγόρος, που έκανε περιουσία από το άδικο ως νομικός σύμβουλος των πλουσίων, του είπε: «προέρχεσαι από αστική οικογένεια, και είναι ντροπή να μοιράζεις εφημερίδες. Δεν θα σου λέει κανείς καλημέρα, και σε είκοσι χρόνια θα αυτοκτονήσεις». Πέρασε κι άλλο ο χρόνος , κάθισε πολύ
σ’ αυτή τη δουλειά, ώσπου μια μέρα τον απέλυσαν, γιατί διεκδίκησε με άλλους συναδέλφους του,αυτά που ακόμη και ο νόμος της εργοδοσίας έδινε.Άνεργος πια,έγραψε στον καθηγητή μαθηματικών που του παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα στο γυμνάσιο, ο οποίος επισκέφθηκε καρδιολόγο,  όταν ο εγγονός έμεινε μετεξεταστέος στα μαθηματικά,γιατί πρώτη φορά κοβόταν μαθητής που είχε εκείνος αναλάβει.«Παλιέ μου προγυμναστά σε χαιρετώ και σου μηνώ,ότι παρέμεινα κακός μαθητής στην κοινωνία της αγοράς και του κέρδους».  

                                                         


------------------------------------------------------------------------------------

Τα χείλη σου άναρχες δομές,
υγρές, μεστές παρενθέσεις,
θωπεύουν ήχους, ανθολογούν στιγμές,
ιχνηλατούν προθέσεις.


------------------------------------------------------------------------------------
                                           Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να
ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με
έπιπλα παλαιά,  χρώματος καφεδύ, με τοίχους βαμμένους,  έτσι , ώστε
να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να
εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι
είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον.
Ο Λέανδρος,  αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος,  άχνουδος με
μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά  ανοικτά μαλλιά, με μία
σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα,
αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα
μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιάς τρελής φυγής, που
έζωνε τα στήθη του.
Ήξερε, πως μπορούσε να χαθή, μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του
ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος,
που ήταν ευεπίφορος στο καινό.
Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν
παράταιρος,  ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά
που τον είδε , αλλά,  και ο Λέανδρος,  κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο,
και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε
αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό,
την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους,
καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο
Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων
θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν,
χωρίς να  τον ξεχάσει.
Και,  να,  τώρα, που,  μετά  από προκλήσεις - προσκλήσεις του
Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον,  συζητώντας,
πίνοντας μαυροδάφνη,  και,  βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα
δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα
περασμένα, και οι δύο φίλοι,  αφοσιωμένοι, ο ένας στον λόγο του
άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής,
βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης,
η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους,
και αφού,  λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει
τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό,  και ένα βυσσινί ο Λέων,
ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά,
εώς ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων,  που αντάλλαζαν ο ένας με
τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων,  κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο,
άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του
χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε
με τα μάτια,  να εμπεδώσει, να εγκολπωθή, να αφομοιώσει με την
δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο.
Ο Λέανδρος,  εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος·
μιά φωταψία των ματιών του, που,  ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι                                                  
θα εζήλευε,ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου
του.
Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε, κι όταν από το ραδιόφωνο,
σιγανά,  ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι
στίχοι του Καρυωτάκη:
«Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις».
Τότε,  τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα
μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου,
στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος.
Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα,  όλο το φευγιό της ζωής του,
της ζητούμενης μοναξιάς.
Το πρωινό,  τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους
τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και
ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη,  που μισοκοιμισμένος,  εμειδία,
εψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».


-------------------------------------------------------------------------------------


Ουράνια, Ουράλια, Αλς,
γνωρίζουν μα δεν τους πέφτει λόγος.
Έρως μόνος μελώνει χάσμα θανάτου.
Νοησιάρχες έρωτα εκδιώκουν.
Κύνες, νήπια, λεοντιδείς,
ανασασμοί, πατημασιές βαθειά χαράζουν,
σύμπαν περήφανο νογά,
ζώα ζωή θεώνται,
τα μόνα ζωντανά.


------------------------------------------------------------------------


Όσοι ομιλούν περί ανατροπής του εκμεταλλευτικού
πολιτισμού, χωρίς να αγωνίζονται,  πρώτα,  για την
απελευθέρωση - αποποινικοποίηση του σώματος και του
ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, κτίζουν και θα
κτίζουν στην άμμο, εξαπατώντας τους εαυτούς τους, μη
δυνάμενοι, να αποτινάξουν την ανήθικη (αφού καταργεί
την φύση) ηθική, που κληρονόμησαν από πατρίδα, θρησκεία,
οικογένεια.
Είναι αδύνατον,  οι κολλεκτίβες,  να στηριχθούν σε ανήδονους,
αναίσθητους ανθρώπους, που αποκλείουν την εναλλαγή
ερωτικών συντρόφων και την αμφιφυλόφιλη εγγενή ροπή τους,
 γιατί, λόγω πλήξεως, σύντομα, θα επιστρέψουν
 στην αναζήτηση των φετίχ - εμπορευμάτων,
χαραμίζοντας τον χρόνο τους, δουλεύοντας για ψεύτικες
ανάγκες. Απελεύθερο ερωτικό ένστικτο, απαρχή άλλου
ανθρώπου.




Διαίσιον 4/1996 - 2000

Φύση, αιώνες, ύπνωση,
θέλξη, θέα, θέωση.
Απότοκη ματαίωση
φλεγματικό θα μέ'βρει.
Της οχύρωσης σόφισμα η δικαίωση,
την Πενθεσίλεια αποζητώ
η Εστιάδα νεύει.

Άξαφνο πέρας ωχρό,
με της Σαπφούς, της Αφροδίτης
τους μηρούς, προϋπαντώ.



-----------------------------------------------------------------------------------


Αιτιατού αιτία
έστω και πλάνη, ορατή,
μα η αιτία την αιτία
και σαν ψευδαίσθηση αγνοεί.


-----------------------------------------------------------------------------


Των θωράκων τα εχέγγυα,
ανεπαίσθητα στα ώτα,
οδυρμοί κραυγές και βόλια
αντηχούν από τα νώτα.


------------------------------------------------------------------------------


Το όμορφο ταξίδι στην Ιθάκη,
δοκή του σοφιστή.
Oι κρόταφοί του έσταζαν
στην Πρέβεζα ρυάκι,
του αισθητή η οργή.


-------------------------------------------------------------------------------


Σε κάτοπτρο θολό
αβέβαια διακρίνω,
διαφυγή και γυρισμό
το κατευόδιο εκείνο,
που τίποτα δεν προσδοκά
το κάθε τι προσμένει
να νοσταλγεί απεύχεται,
με μνήμες ανασαίνει.

Θέες περίσσιες μας πλανούν,
τα όμματα τυφλώνουν,
τα δόγματα περιγελούν
τη σιγουριά λαβώνουν.

Επάργεμος εγώ πλωρίτης, αδοβάτης,
ανιχνευτής δεινός, μηδαμινός,
εύορκος κι ορκοπάτης.


-------------------------------------------------------------------------------



Βλεμμάτων συνεύρεσης απόφανση,
αδήριτα αναπόδραστη
των σαρκών η σύναξη.



----------------------------------------------------------------------------------


Ας δοθούμε στην Απόπειρα,
αγνοώντας τη λιπόψυχη Έκβαση,
ας ακλουθήσουμε των φυγάδων ίχνη σβηστά.

Κυβεία εσύ πανέμορφη! Ανήθικη, σεπτή,
ελεύθερη, ηδονική,
ανεπανόρθωτη χαρά,
εχθρά Εστίας συμφορά.


                                                 Στους εξωμότες του ονείρου.
                                                 Λογοπαίκτης από γενιά χαρτοπαικτών.


------------------------------------------------------------------------------------



Παραβιάστε άγιες εντολές,
κλοιούς στην κοινωνία,
αλώβητους πρωκτούς και άνυδρα αιδοία.


--------------------------------------------------------------------------------


Κατάρα στους προπάτορες, προμήτορες, προγόνους,
Βούδες, Άγιους Απόστολους, Μωάμεθ κι επιγόνους.
Αργυραμείβονται νά’ ναι ανοικτά, τα σκέλη των θηλέων.

Αποπατώ στους τάφους σας,
αισχρή η κληρονομιά σας,
σηκώστε τις ταφόπετρες
και ρίξτε τα παιδιά σας.


-----------------------------------------------------------------------------------


Ο πένης διαπομπεύεται.
Ο πλούσιος πλανάται,
καδμείες δάφνες γεύεται.
Γόνους αποτολμάτε;



--------------------------------------------------------------------------------


Άνικμα αδιέξοδα
καλούν και ζωγραφίζουν,
της ανοδίας φριμαγμοί
ιδροκοπούν τους στοχασμούς κεντρίζουν.

Της γηθοσύνης, εύθραυστο κλαδί,
νύμφες σαγήνης, άδεια ευνή.
Ω καταδίκη! Αναμονή
σε δολερό επέκεινα.
Κωνστάντια! Λήδα! Έρκυνα!


-------------------------------------------------------------------------------------


Κορφολόγημα κρυφό, βεβιασμένο,
σε μαγδάνι ερίτιμο
από ατμούς πλεγμένο.

Στο κορωμένο ανάκλιντρο δικαιοδόχος,
της Παθογένειας διάκονος,
λήπτης και δωροδόκος.


------------------------------------------------------------------------------


Σε ακρουμαίνεται η ψυχή,
μαυλίστρια ερωμένη.
Άρρεν! θήλεια! ποθεινή!
Στον Έρωτα ταμένη.


-------------------------------------------------------------------------------


Προ των πυλών, όρια ορώ.
Η μέθεξη ανέφικτη. Επέχω.
Ευήθης έποικος δυσιερώ,
σε αυτόχθονες σοφούς προστρέχω.

Έθη ανήδονα
τα σώματα κοπιάζουν,
τους άνηβους στυγνά,
στεγνά δαμάζουν.


--------------------------------------------------------------------------------


Μαυροδάφνες οι κόρφοι δε στάζουν πια.
Τα εφήβαια στη δίψα μυούνται,
αμφίσημη - ηδίστη ομορφιά,
έντρομοι με μίσος αρνούνται.

Αποσυνάγωγε ποιητή,
έκδοτε, αρσενοκοίτη,
μονογαμία έχουν αρετή,
τον Έμπορο προφήτη.

Η δεξιότητα μομφή,
η ένδεια δουλεία,
οι τάφοι μονογαμικοί,
ο Έμπορος πορνεία.


-----------------------------------------------------------------------------------


Της μορφής σου η πλάνη,
ένσπερμη μέθη,
της πληγής η πυόρροια,
την υφή σου διέπει.

Ηγερία του ζόφου,
των δεινών ηδονή,
των αΰλων Μαινάδα,
των παλμών Αποχή.


                                                Κορινθία άμοιρη!
                                                Της υπαίθρου τα κορίτσια διαγουμίζονται.


------------------------------------------------------------------------------------


Ζητώ συγνώμη απ’ το νερό,
τον ουρανό, τη λάσπη,
ζητώ συγνώμη από τα κόπρανα.
Φίλαυτος στους εχέφρονες ευήθειες διαδίδω,
ζητώ συγνώμη από τα κόπρανα.


---------------------------------------------------------------------------------
                  Στο ήδος επίκληση

Βρεγμένες ροδάκινο φλούδες,
της θέλξης ρίγη,
δαμάσκηνα πάρωρα χείλη,
άδουν ροή.

Ευωχία αισθήσεων,
του κάλλους νομή,
το ήθος φραγκέλιο,    
στην πυρά ας χαθή.

-------------------------------------------------------------------------------


Τα σπιτικά σας,
τα σχολειά,
εμπόρων οίκοι ανοχής.
Τρισκατάρατη γονή.
Πόρνες (ανέραστες) οι κόρες,
Αυνάνες βιαστές οι γιοί.


----------------------------------------------------------------------------


Τηρώντας διώματα πολυτερπή,
στη Φιληδία υποκλίθηκα.
Ιθύφαλλοι, θηλές, γλουτοί διαπερατοί!
Άρεως, Αρτέμιδος τα γένη,
Κύπρι αφομοιώνεις.


--------------------------------------------------------------------------------


Κόπους ατέχνων απεμπολώ.
Ιωκή σιωπής! Ίδρωτας χαρμονής! Οργώ.

Άπεργος, απελεύθερος,
στιγμών ταξιδευτής,
ασκόπως ενωτίζομαι,
αήθης τον Δεκέμβρη ερωτευτής.


---------------------------------------------------------------------------------


Ευεπίδεκτα μάτια,
μελίφρονα κορμιά παθογόνα,
Αμφιτρίτη και Γλαύκη μαλλάζονται,
της αλλότητας κίνητρα μόνα.

Τρυφηλότητα άφθορη,
αβάσταγη των οίκων ανία,
Μαρία των αγγέλων σπασμοί,
συνουσία θεία!


----------------------------------------------------------------------------------


Από αιδώς αιδοίον.
Αιδώς αιδοία φράζει.
Μα δεν αιδούνται οι σοφοί;
Τον Έρωτα η αιδώς χλευάζει.


------------------------------------------------------------------------------


Αγέρας διεκδίκησε
κι η ταλαιπώρια ανεβλήθη.
Των ενστίκτων αβίαστη βία!
Αέναη προσήλωση,
φρικτή ομορφιά της συνήθειας.
Όλεθρε αποχή γυναίκεια!
Πώς να φιλιώσω την εξόντωση;


-------------------------------------------------------------------------------


Ορίζοντας διαφαίνεται,
αυθαίρετα ο νους οδεύει,
διάσελα απέραστα,
του ανέμου η θρασύτητα μαγεύει.

Αφές, όμματα, χείλη,
των αποδράσεων εμπνοή,
φερέγγυο στ’ Αροάνια δείλι,
πλάνη α-νόητη εξωθεί.


---------------------------------------------------------------------------------


Μαλλιά γυναίκεια
στήθη σκληρά ρίγη,
των λικνισμάτων οσφή,
των λιγωμάτων μηροί,
στενάγματα ράθυμα που σφύζουν ξανά, πάλι.
Κάθυγρα χείλη παντού.
Περιηγητής περιδινώ,
αποκομίζω, σπαταλώ.
Απόλαυσης κοίτη!
(στο πρωτανάσασμα σ’ ένοιωσα)
χειρόδετη προσάγουν.


----------------------------------------------------------------------------------


Αμύγδαλα στάζουν
παθοκράτεια προστάζει Σεμέλη.
Αλγεινή θηλυμάνια!
Τον επαίτη σου χόρτασε,
ηδύπαθα μέλη.

Μαλθακές ιαχές,
τα στασίδια να βρέξουν,
κανδήλια να φέξουν,
θαμμένες ροπές.


----------------------------------------------------------------------------------


Οι αδέψητοι θα πούνε, Φιλομόφυλος!
Των κορασίδων εκτομή αποσιωπούν.
Θεραπαινίδος μητρός ιεροδούλου ο ομόφυλος,
την Γκιλοτίνα αγκαλιάζοντας γελούν.


-------------------------------------------------------------------------------


Των λυκαυγών τα θέρετρα,
τα ποντοπόρα δειλινά,
αγρών κόποι τερπνοί,
των κορυφών η θέαση,
ένικμοι σαρκός λυγμοί,
δεν ήσαν επαρκή.

Του πλούσιου αργυρώνυτη υπεροψία!
Του πένητος η ματαιοδοξία.


----------------------------------------------------------------------------------


Μυστήριον

Του ιερέα ζοφερόν φως,
μίσος ανήδονο,
κόκκινος οίνος,
χείλη ευερέθιστα
τον σταυρό ακουμπούν,
του γυμνού κρεμάμενου κορμιού το σφρίγος.

Όπως υπερίπτασαι
αλγεινέ εραστή,
μ’ανοιχτά τα χέρια
το λαιμό προβάλλεις,
σου ρουφώ τα στήθη!
Ω γλυκιά αμοιβή!
Τι στο υπερπέραν κι αν μακριά με βάλεις.


-----------------------------------------------------------------------------------


Το μεσημέρι όμορφο πού’ ναι!
Ηλιόφιλο, μουντό, συννεφιασμένο,
σαγήνης γλεύκος πάρωρο,
φυγόπονες σταγόνες,
ραθυμία εύοσμη κυλά,
μέτωπα ανέμελα.
Όμορφο πού’ ναι!
Μα νά’ ν φυγόπονο!
το μεσημέρι σύντομα περνά.


-------------------------------------------------------------------------------------




Συγκινήσεις ατόφιες δεν ήρθαν.
Ήχοι γραμμάτων,
ακουσμάτων συλλαβές,
δυσδιάκριτα χρώματα
μ’ επισκέφθηκαν.
Ευχαριστώ και οικτίρω,
τα πιστά υψιτενή αποκούμπια,
θωπείες άρρητες μας στέρησαν.


---------------------------------------------------------------------------------


Στέμμα του ήλιου βύσσινο πορτοκαλί κορνίζες,
κρατήσαμε στα χέρια μας Βασίλη.

Στης Αλοννήσου ρούγες
του κορμιού τους άγριους παλμούς τους γαληνούς
σημαία στήσαμε.

Η μούχλα του βλοσυρού ουρανού,
φούσκωνε των κερασιών τις σάρκες που εκσπερμάτωναν.

Μας χρωματίσαν όνειδος.
Κι αν δεν μας ερωτεύθηκαν,
τουλάχιστο να μας μισήσουν.
Βασίλη ονειρευτή, κιθαρωδέ,
των κωφαλάλων αοιδέ.


------------------------------------------------------------------------------------


10 - 12- 2000

Ανήμερα αγιοκλήματα ευωδιές μοιράζουν,
στόματα ολόσαρκα ρουφούν
θαλάσσια φέγγη ξέστηθα,
προτροπές χαρούμενες
χέρια ορθάνοιχτα αυθαδιάζουν.
Φλύαρα βλέμματα πεινούν,
αγγίγματα απ’ το τραπέζι κάτω,
δαγκώνουν στη γωνία ασελγούν,
μητέρες άπιστες τιμώ! Που ελευθεριάζουν.


----------------------------------------------------------------------------------






Η τραγικότητα του εμπορευματικού πολιτισμού,
απεικονίζεται πλήρως,
στην αντιερωτική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Γοερά χαμόγελα 1994 - 1/1996

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου.
Πέρ’από σένα μ’οδηγεί
τ’αχόρταστο κορμί μου.

Θαλασσομάνητες, φουσκοδεντριές,
σε κλίνες άγνωρες με πάνε,
της σάρκας όμηροι οι ψυχές,
με δέλεαρ του οργασμού μεθάνε.

Ηδονοθήρας! Ιερουργός.
Να κοινωνήσω με το πλήθος θέλω.
Σε ξέφρενη άδολη γιορτή
στην ιερή προσωπική στιγμή των αντιδράσεων,
μορφασμών, των λαγγεμένων στεναγμών,
να παρεισφρύσω να διαβώ,
το γόρδιο πλέγμα ενοχών
που μας χωρίζει.
Έτσ’ η φιλία της σαρκός
θα μας ενώνει διαρκώς
σε μια κοινότητα ειρηνική που κτίζει.

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου,
μα δεν ανήκει κανενός
το πανανθρώπινο κορμί μου.



----------------------------------------------------------------------------------------


Τη νίκη μου δε θα γιορτάσω,
νέμεση γόων, χλευασμών.
Με το λαό θα κλάψω
μέλαινα η δορά των ποταμών.

Ανέγνωμοι πέρασαν, φύγαν
έξω απ’τον κόσμο των λογισμών.
Νάμα, ευωδιές, λαίμαργα επήραν,
κόκκινο χρώμα των αγιασμών.

Ευαγγελιστές της ευτυχίας!
Ρασοφόροι κομισάριοι του “αγαθού”,
Ιεροφάντες της πλουτοκρατίας,
καθαγιασμοί πολέμων, αδικίας,
μίσθαρνοι σταυρωτήδες του Ιησού.


------------------------------------------------------------------------------


Άδειο κροντήρι ο έρωτάς μου,
σβήσαν οι στάλες του, μια μια,
πύρινη λάιλαπα η καρδιά μου,
άνθρακες τα δασόσπαρτα βουνά.

Στις απανταχού αμάλαγες
παλλακίδες μάταιων ευκαιριών,
εναποθέτω γοερά χαμόγελα
στο σεντούκι
των σαθρών τους αξιών.

Συλφίδες! Στόφα ιδιοτελή,
σε χρυσοποίκιλτα έλυτρα
τα ιοβόλα φύλλα σας μετράτε,
εθέρισα ένα απ’αυτά
και λάτρεψα τη μοναξιά.



-----------------------------------------------------------------------------------


Τους πλούσιους αποστρέφομαι,
μα τους φτωχούς
περσσότερο μισώ
δημιουργούς τους.


----------------------------------------------------------------------------------


Αν μπρος στον “Απειράγαθο”
ποτέ λογοδοτήσω,
αποσταμένος στρατοκόπος,
θα του πω.

Δημιουργέ μου ήξερες
πορφύρα θα δακρύσω,
πάνω σε βράχη από καρφιά,
με χέρια γυμνά κωπηλατώ.

Άσπονδε φίλε της χαράς
όσο τη γη κατοίκησα,
εγγυητή μεγαθυμιάς,
τροπαιοφόρο μίσος πανταχού αντίκρυσα.

Στους χρυσοθήρες-δήμιους
χαρίστηκες αιώνια
και στους απέρριτους-τρελούς
σκόρπησες καταφρόνια.

Πλάνης! Απέρριτος-τρελός
ο γόνος σου υπήρξε!
Της κρίσης σου το άδικο
ξίφος, στα στήθη μπήξε.


-----------------------------------------------------------------------------------


Όταν φορώντας τον χιτώνα σου,
με τ’όπλο των ονείρων σου
πυροβολούν να σ’απαλλοτριώσουν,
τίμιο θωρείς το κνούτο του βασανιστή,
του δήμιου το σπαθί.


---------------------------------------------------------------------------------


Αφού οι λιόχαρες ακτίνες
λεμφατικές εγίναν,
αφού τα χρώματα του χούμου
και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,
η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,
αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,
στην αγορά πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.
Κι ο θάνατος ο κορυστής
μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.


---------------------------------------------------------------------------------


Κάθε που βγαίνει το φεγγάρι
της ιλαρής-θλίψης την ωδή
ζητάς επίμονα ν’ακούς.
Στα χείλη μου τη νιόνυφη ακμάδα γέρνεις
κι απολαμβάνεις έκθαμβη
τις ηλιαχτίδες της νυκτός
που ασελγούν στους ουρανούς.

Χρυσό, ασήμι και πορφύρα
θα σου στολίσω τα μαλλιά,
τα μάτια σου φωτός πλημμύρα,
στου φεγγαριού την αντηλιά.

Κι αφού χορτάσουμε παστράδα,
κι όταν στερέψουν τα φιλιά,
κάθε που βγαίνει φεγγαράδα,
θ’αναθυμάσαι την ωδή,
στη γνώριμή σου αγκαλιά.


--------------------------------------------------------------------------------------


Όταν το εμπόριο στέψαν βασιλιά,
τον έρωτα η πορνεία διαδέχτηκε.
Κληρικοί τελούν τη γιορτή της,
κι αλλάζουν στέφανα λευκά.


------------------------------------------------------------------------------------


Μεσ’ τα πλεγμένα στάχυα
τ’αγιάζει αχνοτρέμει.
Μέσα σε λόχμες, βράχια
το χαμογέλιο γέρνει.
Στη λειτουργιά θανάτου,
ολόρθος θα σταθώ,
το βάρος του καμάτου,
δεν θα συλλογισθώ.

Μ’ατσάλινο γινάτι
συντρίβω τα δεσμά,
το άγιο το κανάτι,
τα άμφια του παπά.
Ρυάκι βαθυκόκκινο
το αίμα κελαρύζει,
αμύθητο τ’αντίτιμο
που η λευτεριά κοστίζει.

Κατέρυθρος μονάχος
στην εκκλησιά αλαλάζω.
Πατρίδα, πίστη, φαμελιά
με μάνητα χλευάζω.
Χίλια σπαθιά σκιάζουν
της γης θε ν’αγκαλιάζω.
Της αποτρόπαιης του Έρωτα σφαγής
εκδίκηση γιορτάζω.


--------------------------------------------------------------------------------


Έλδωρ γλυκύ! Ανίατο.
Μοναχικό κι αμάλαγο.
Στις χούφτες μου ατενίζω
τις φτερούγες σου,
εύκαμπτες, αλαργινές, αόρατες.
Τις πράσινες σταγόνες
των συστάδων σου ρουφώ,
εκείνων της σαγήνης.
Άσπρα πέταλα ανθούν αοριστίας,
παλιγγενεσίας εναλλαγή.
Ανεξίτηλα τ’αχνάρια των συγκινήσεων
με την ανάμνηση αυτοκράτειρα.


--------------------------------------------------------------------------------


Κι απόψε αγρύπνησες
ψηλά στο μονοπάτι,
παρέα με τη λυκαυγή να καρτεράς
τ’αχνάρι ενός διαβάτη.

Την πέτρα σκάψε σύντροφε,
ξωμάχε, λιποτάκτη.
Φυγοδικεί ο Θεριστής
στάλες στάζει αγάπη.
Φωτιά στης γης τους μπιστικούς,
τις βίγλες τον δραγάτη.

Γκρεμίστε αψίδες, θυρεούς,
τρούλους, πυργοδεσπότες,
σημαίες θάψτε στους αγρούς,
όπλο, πηλίκιο και σπαθί οι στρατιώτες.

Απόψε μείνε άγρυπνος
φυγόποινε περάτη,
μέθα με αίμα και καπνό,
στήσε απ’αθάλη κορνιαχτό
τον Έρωτα, δημιουργέ!
Χαλκέντερε της κίνησης εργάτη.


-----------------------------------------------------------------------------------


Της φαντασίας εμορφιά
ποτέ μου δεν σε θήρεψα.
Τ’αγέρα εσύ δροσοσταλιά,
στις άβατές σου παρυφές
δε κύλησα.

Ακτή της χίμαιρας! Βουτώ
μεσ’του πελάου τον ανθό.
Άνεμος αφροσκέπαστος
ο πόθος πλαταγίζει,
την παρυφή των παρυφών
δακρύζοντας αγγίζει.

Της τέρψης κόρη αισθαντική
δεν είμ’ο συλητής σου,
είμ’ο δραπέτης ιχνευτής
στα βύθη της αβύσσου.

Κάστρο Ναυπάκτου μυθικό!
Με το κελάρυσμά σου,
κινώ για νέο γητεμό,
απέρριτο, ποιητικό,
ανέγγιχτο το κτένισμά σου.


-------------------------------------------------------------------------------------


Όταν στα άνυδρα αιδοία,
τη θάλασσα της ματαιοδοξίας
ολάκερη εναποθέσεις,
νέμεσαι
σάπια δαγκωμένα μήλα
της πιο αισχρής ανθρώπινης ντροπής.


-------------------------------------------------------------------------------------


Υμνωδία

Πιστεύω εις ένα Θεό,
Αντίθεο, αναρχικό,
Δήμιο κρατών, εξουσιών,
διώκτη πολέμων, θρησκειών.

Σε έναν πλάνη θηρευτή
αρκαδική-ζωή ηδονική,
μύρτα αρίφνητα σκορπά,
κνούτο, φωτιά στον Μαμμωνά.

Καλωσορίζω τον Μεσσία,
Ερωτανάσταση, λαγνεία.
Νάμα θα στάξει και κρασί
να ξεδιψάσει όλ’η γη.

Μεσ’το ανείπωτο γιορτάσι,
μεθά, εγείρεται η πλάση.
Οινοχόος ο Χριστός
αναρχικός παλιός κι αυτός.

Ξάφνου, ακούγεται βροντή, ορυμαγδός!
Ράσο επωμίδα και φλουρί
είν’όπως πάντα ο αυτουργός.
Ασπαίρει κατά γης ο Οινοχόος,
έφυγε ξανά αθώος.


-----------------------------------------------------------------------------------


Μια θολή σκοτεινιά
κι έν’αγέρι χλωμό
θα σε φέρει,
σε παντέρμη αμμουδιά
της σιωπής λειτουργιά,
αλισάχνης αστέρι.

Θα’μαι πίσω από’κεί,
στης σιγής τη βοή
η καρδιά απαγγέλει με πάθος.
Δεν θα μείνω πολύ
κι έχει αρχίσει βροχή
στων ματιών σου
τ’απάνεμο βάθος.

Σε ξωκλήσι λευκό
με ευλάβεια θωρώ
των ματιών σου
τα μαύρα μουράγια.
Αγιοκέρι κρατώ
κι έτσι φέγγω των δυό
της ψυχής τα ναυάγια.


-------------------------------------------------------------------------------


Γιόμα ηδονής!
Αμφορέας της ψυχής
των ματιών σου οι κόρες.
Πιόμα της ποίησης τερπνό
σε στιγμές αλώβητες,
στοχασμού τις πλώρες.

Στέκομαι στο φως,
του ανέμου ο τροχός
θα με συναρπάσει.
Χαίρω μοναχός!
Ο δικός σου ανασασμός
δεν θα με διχάσει.

Σμάρι από πουλιά
σ’αγκαλιά ουράνια
ψάλλουνε τη λύπη,
έλα μοναξιά,
με λευκά κυκλάμινα
σκόρπα χαρμολύπη.

Κόπωση στο γυρισμό
τα βλέμματα χαυνώνει,
της λύτρωσης θεά η μοναξιά,
το χέρι στοργικά απλώνει.


---------------------------------------------------------------------------------------


Αέναος σταθμός τα βήματα,
της λησμονιάς το χώμα
ανασκαλεύουν.
Αποκάρωμα μάταια ζητούν,
την αλήθεια ξορκίζοντας.
Ράθυμα,
νωχελικά σαλεύουν,
τη νεκρική πομπή συνεχίζοντας.


----------------------------------------------------------------------------------


Στα στήθη δαγκώνουν
την επιθυμία οι ποιητές
κι απ’το αίμα της
στίχους πλάθουν.

Του άλγους ξεθάβουν την ηδύτητα,
κι απισχναίνουν, γυμνώνουν την ψυχή.
Στον Άδη την πετούν,
μα δεν πουλούν
ποτέ τους δεν πουλούν.
Έντιμοι του θανάτου επίγονοι,
ματαιόπονοι εραστές,
όχι κτήτορες-αγοραστές.


-------------------------------------------------------------------------------------


Τις άγκυρες ετράβηξα
κι ορκίστηκα στα σπάρτα,
στη μπλάβα ηλιόλουστη
αφρόγιομη γαλέρα,
σε γραίγους και σε υετούς,
σ’αποδημιάς τη μέρα,
να μη στεριώσω σ’αγκαλιά,
σε χώμα σ’ακρογιάλι.
Με φουσκωμένα τα πανιά
μέσ’την ανεμοζάλη
να πίνω να αγάλλομαι
τον οίνο της αλμύρας,
καταραμένος οδηγός της μοίρας,
γι’άγνωρους πόντους κινώ.
Με πούσι αθάλη συντροφιά,
ούριο άνεμο το χάρο,
πέρ’απ’της πλήξης τη συμφορά.
Δίχως Θεό κι ελπίδα,
του σκότους την αθέατη,
να ιδώ λιαχτίδα.


----------------------------------------------------------------------------------------


Στους απύθμενους πυθμένες
μια νυχτιά θα κατεβώ,
μ’οξυμένες τις αντένες
ύδωρ πύρινο θα πιώ.
Μέσα στων βυθών τα βύθη
σε κλαυσόγελα γοερά,
πίνω απ’των χρησμών τα στήθη
ποιητών τα ιερά.

Κώστα Καρυωτάκη!
Γίνε στην αγέλη μας ταγός.
Σχίζεις τις χρυσές κορδέλλες
δεν σου πρέπει αρχηγός.
Σ’αφερέγγυους αγώνες
το κοντάρι παρατάς,
πάντα ρίψασπις, δραπέτης
τους θεσμούς πετροβολάς.

Της χίμαιρας τη θύελλα
μονάχος σου διαβαίνεις,
από τους τόπους τους κοινούς
όλο και ξεμακραίνεις,
της στόχασης αντάρτης,
της στατικής, άβιας ζωής
ο νεκροθάφτης.


---------------------------------------------------------------------------------------


Αν ό,τι δεν πρέπει, πρέπει,
κι ό,τι πρέπει, δεν το θες,
μάθε αν έπρεπε να πρέπει
κι αν το “πρέπει” αποτρέπει
βούλησή σου και βουλές.



-------------------------------------------------------------------------------


Τον ποιητή εγύρεψες
στου άσπονδου την ξανθή κόμη,
μα ο ποιητής αλάργευε στο ξάγναντο ακόμη.
Την μορφή σου σκαριφούσε
κι απ’της θύμησής της
την αχλή, ονείρατα κεντούσε.
Με πλουμισμένα κάνιστρα
χοή να χύσει,
στα χείλη σου έταξε σπονδή!
Δεν θα την αθετήσει.
Αργοδιαβαίνει το στρατί
κι ερμητικά κελιά ιχνεύει,
στην ποίησή του αφορμή
αέναα γυρεύει.


-------------------------------------------------------------------------------------


Των πελμάτων ίχνη χαράζω
κι από θολά ρείθρα κοιτάζω
τον ξέμακρο χρόνο που δεν έζησε,
δεν ήλθε και δεν έσβησε.
Αποκύημα του φόβου,
χρήσαμε τον χάρο χρόνο,
να μοιάζει αιχμάλωτος
κι αυτός με το δοκάνι του
φίμωσε τη λευτεριά.



---------------------------------------------------------------------------------------


Κεχριμπαρένιο δάκρυ του πορτοκαλιού
απόψε το φιλί σου,
γιορτή της απουσίας σου, παντού
διάχυτη η μορφή σου.

Σ’ατένιζα στην καταχνιά
στ’αστέρια που μαρμαίρουν
μέσ’τα δρολάπια του βοριά
που οι καρδιές ποφέρουν.

Με την τυράγνια που πονεί,
που θέλγει, που φρενιάζει,
εμπρός νικήτρα μου ψυχή
στο στίβο που γυμνάζει.
Μέσ’σ’αγωνίσματα σκληρά
ο κάματος την πένα μου νοτίζει,
τις άκρες των βλεφάρων σου αμυδρά,
αγγίζει.


--------------------------------------------------------------------------------------


Του λόγου αρνείσαι την αλκή.
Στα χείλη μου ξανά
δεν πρόκειται να στέρξεις.
Ας είναι καλοτάξιδη
η αύρα η σιγανή,
που σε γεφύρια νιότευκτα,
σε προσκαλεί να τρέξεις.

Σαγήνη, πάθος, οιμωγή,
του έρωτα κυκλώνας,
κοπιαστική συγκομιδή,
χαράζει αδρά ο χειμώνας.

Κίτρα σε φίλεψα πολλά,
το διάστημα της δίνης.
Σ’άγκυρες δεν απίθωσα,
στυλίτες της οδύνης.

Ο ριμαδόρος μοναστής σε χαιρετά,
την πλήξη να μην ασπαστείς,
με στίχους σου μηνά.
Μ’αέρηδες κι εναλλαγές
τα όνειρα φαντάσου,
την πλήξη την δυαδική,
την στέρηση στοχάσου.



-------------------------------------------------------------------------------------


Πλανιέται πανταχού,
ελλοχεύει τη στιγμή
και ενυπάρχει.
Του χοροχρόνου υπνωτιστής,
της ψυχής αλχημιστής,
της σάρκας ζευγολάτης,
τον θήλασε η Συγκίνηση διάπυρο αφρό,
η Ομορφιά τα άγια δάκρυά της.

Την θέασή του δεν τολμούν,
με ένα νεύμα του ριγούν.
Το ήδος αφοπλίζει.
Αμύνονται κι απεμπολούν,
ο Έρωτας φοβίζει.



-------------------------------------------------------------------------------------


Θύρες λυτές ο ερχομός,
μοίρες βαρύθυμες το διάβα,
άχθος, βλαστήμια ο πηγαιμός,
στης ρούγας της αδιάβατης
το τέρμα τράβα.

Οι υποσχέσεις τους πολλές,
σαν στωικό της μάνας χάδι,
τα εξαπτέρυγα θηλιές,
στις φλόγες έζωσα ένα βράδυ.

Κι εισέβαλα στο ιερό
με φλάμπουρα καθημαγμένα,
σάρκα κοινώνησα,σταυρό
με νέκταρ του οργασμού αγιασμένα.

Την κοινωνία σας ξερνώ,
κτισμένη στων ευνούχων το σκοτάδι,
με το δαδί της σκέψης πυρπολώ,
ψάχνω τον Έρωτα στον Άδη.



------------------------------------------------------------------------------------


Σ’ αχούς ασκητικούς
ξέφρενο λαμνοκόπι,
με λάβρους αυλούς
κυλά το υδροκόπι.

Της πεθυμιάς τα χείλη
την φαντασιά φιλούν,
σε ξομπλιαστό μαντήλι
γλυκάνισο σφαλνούν.

Σε ίσκιους ηλιοδέσμιους
απόκαμα να ζω
κι ό,τι δεν υποπτεύθηκα
με φόβο αναζητώ.

Αρχή, συγκίνησες, χαρές,
τέλος και θλίψες, όλα!
Του πόθου ας λείψουν οι στιγμές!
Νιρβάνα! Έλα τώρα.


-------------------------------------------------------------------------------------


Ουδείς σε μόνιμη καρένα,
αν τα υδρόφυτα τ’αειθαλή
δεν ήσαν μαραμένα,
αν τα γοργόφτερα
από κλαδιά σε πέλαγα πετούσαν,
οι μελισσόκηποι μελοροούσαν.

Μισεροί, μα ασφαλείς,
σ’ιστούς κι υφάδια αποκλεισμένοι,
κεροδοσιά αρνούντ’ οι ιερείς,
ανάθεμα αιώνιο τους βαραίνει.

Χρησμοδότης αλγεινός!
Μεσ’ από τέλματα και τύρβη
θα μηνύσω.
Στον βολεμό αν πλανηθώ
να’ ναι κι ώρα που θα σβήσω.



------------------------------------------------------------------------------------


Όσους ερωτοτρόπησαν
με μάλαμα κι αχάτι,
δεν συγκρατώ στη μνήμη.
Εφέστιοι! Απόθεσαν ανία
στου Έρωτα τ’ ασκί.

Εκειούς που μ’εκδικήθηκαν
βαθιά κατανοώ,
τον ιχώρα που απέδωσα
εισπράττω δανεικό.

Μα λάβωμα αναίτιο
το στέρνο αιμορραγεί,
σαράκι’ ναι στη μνήμη,
που την ταλαιπωρεί.

Δεν έπεσε το βόλι
απ’ έχθρητας βωμό,
την μαύρη παιδωμή μου
με φρίκη ομολογώ.

Κι ήσαν “φίλοι”
Αντώνη, Τριαντάφυλλε, Βασίλη
Χριστιανέ! Φωνάζαν, χλεύαζαν,
στο σταυρό με βάζαν, γέλαγαν.


------------------------------------------------------------------------------------


Παραδίδω την ένοχη κτήση
στην άλογη φύση ερώτων,
αλλοτινών ψαλμωδιών
των πρώτων,
που ρωμαλέα κεριά
σε μανουάλια μεστά συνωθούνται.


------------------------------------------------------------------------------------


Σιχαίνομαι την υποτέλεια στον πιστό,
του άθεου τον παλικαρισμό,
το άγνωστο επώδυν΄ηδονή,
τίμια η αβέβαιη σιγή.
Ανέμελη διέξοδος
σ’αχείμαντους ταιριάζει,
ο πλανιμός καταπονεί,
ο τολμητίας κράζει.


----------------------------------------------------------------------------------


Δολιχό ήττας θρόϊσμα
ταλάνιζε την σκέψη,
κάννες και υποκόπανοι
όμηρο με κρατούν,
μα δεν λογίστηκα ποτέ
της έπαρσης την στέψη,
θωπευτικά δεν ακουμπούν
μονάχα οι νικηταί.

Της αντοχής υπεροψία,
ντύμα της ήττας γιορτινό.
Πώς δεν ευδόκησες Επιθυμία!
Τι μ’ απομένει να σκιαχτώ;


--------------------------------------------------------------------------------


Στ΄ασκητεμού την οίηση
ξέμαθα να ζητώ,
στέρφα θηλή, αδάγκωτη,
θα σ’αποποιηθώ.
Μα κόρη χαριτόβρυτη
τον εθισμό αναδεύει,
κι είχα πιστέψει, τι αφελής!
Πώς θα λευτερωθώ.

Με ποίηση και σάρκα
τον μύθο σου θα σβήσω.
Θέτιδα! Σ’ αποχαιρετώ,
απ’ το όναρ πριν γυρίσω.



-------------------------------------------------------------------------------------


Έρωτα! Ιδιάζοντα.
Εφήμερε! Που ελευθεριάζεις.
Αέναε! Όταν εναλλάσσεσαι.
Παρατυπείς, κελεύεις, δελεάζεις.


-------------------------------------------------------------------------------------


Απόκριση σε κάλεσμα Χινόπωρου νυχτερινό,
μετέωρος σε δώμα ευλαβικό,
την ανεξιθρησκία της σαρκός
αδέσποτα γλεντάω.

Κι όταν της έξαψης κλυδωνισμοί,
αίρωνται όλοι οι φραγμοί,
κι ανέμελη, καθάρια,
γυμνότης π’ αγαπάω.


-------------------------------------------------------------------------------


Χωλές επιθυμίες
τα σωθικά πληγιάζουν,
ευδόκιμα ονείρατα,
το διχασμό, τις ενοχές,
τον φόβο, συνταιριάζουν.

Στα έδρανα υποταγής
μαθήτευσα κι εγώ,
με ποδηγέτες της ντροπής
σ’ έναν φονιά Θεό.

Στης λευτεριάς συγκομιδή
δειλά θα συμμετέχω.
Το τέλος μου χειράφετος,
αυτόχειρας αντέχω;


------------------------------------------------------------------------------------


Αυτοί που παραιτήθηκαν
απ’ την Ιχνηλασία,
κατάκοποι στης ύλης την απόδυση,
εκχώρησαν της Τέχνης την κληροδοσία,
σε κριτικών-διακρίσεις, αναγνώριση.

Τις “αυθεντίες” των αιώνων χαιρετώ
με λύπης σιωπή,
στις άμετρες χαμένες δυνατότητες
ανάβω ένα κερί.


---------------------------------------------------------------------------------


Μετά απ’ άγριο πάλεμα
τις όχθες προσεγγίζοντας,
τη θύελλα τ’ αντάρεμα
θ’ απαρνηθώ δακρύζοντας.
Πιστοί συντρόφοι μου εσείς
στης ύπαρξης τον λόγο,
ο κάματος με προσκαλεί
στης νηνεμιάς τον δόλο.

Κάματε δεν αφήνομαι
στη νόθη ακινησία.
Του άγνωστου, εκείνου του αφάνταστου,
την αμιγή ζητώ ανυπαρξία.